Ancient Greek-English Dictionary Language

σμυρνοφόρος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: σμυρνοφόρος σμυρνοφόρον

Structure: σμυρνοφορ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: fe/rw

Sense

  1. bearing myrrh

Examples

  • κατὰ γὰρ τὴν θερινὴν ὡρ́αν, ὅταν ἄνεμοσ ἀπόγειοσ γένηται, συμβαίνει τὰσ ἀπὸ τῶν σμυρνοφόρων δένδρων καὶ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων ἀποπνεομένασ εὐωδίασ διικνεῖσθαι πρὸσ τὰ πλησίον μέρη τῆσ θαλάττησ· (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 3, chapter 46 4:3)
  • μετὰ δὲ τὰσ νήσουσ ὁ ἑξῆσ πλοῦσ ἐστιν ἐγκολπίζουσι παρὰ τὴν σμυρνοφόρον ἐπὶ τὴν μεσημβρίαν ἅμα καὶ τὴν ἑώ μέχρι πρὸσ τὴν τὸ κιννάμωμον φέρουσαν, ὅσον πεντακισχιλίων σταδίων· (Strabo, Geography, book 16, chapter 4 8:17)
  • κατ’ ἄλλην δὲ διαίρεσιν σύμπασαν τὴν εὐδαίμονα πενταχῆ σχίζουσιν εἰσ βασιλείασ, ὧν ἡ μὲν τοὺσ μαχίμουσ ἔχει καὶ προαγωνιστὰσ ἁπάντων, ἡ δὲ τοὺσ γεωργοὺσ παρ’ ὧν ὁ σῖτοσ εἰσ τοὺσ ἄλλουσ εἰσάγεται, ἡ δὲ τοὺσ βαναυσοτεχνοῦντασ, καὶ ἡ μὲν σμυρνοφόροσ, ἡ δὲ λιβανωτοφόροσ· (Strabo, Geography, book 16, chapter 4 49:4)

Synonyms

  1. bearing myrrh

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION