Ancient Greek-English Dictionary Language

σαρκώδης

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: σαρκώδης σαρκώδες

Structure: σαρκωδη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: ei)=dos

Sense

  1. fleshy, of flesh and blood

Examples

  • ὀσφὺν πλατεῖαν ἰσχυράν, μὴ σαρκώδη ἀλλὰ νεύροισ πεπηγυῖαν. (Arrian, Cynegeticus, chapter 5 9:3)
  • τὰ δὲ πρὸσ τῇ κεφαλῇ αὐτοῦ γλίσχρα, εὔπεπτα, τὰ δὲ σαρκώδη δύσπεπτα, βαρύτερα· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 8, book 8, chapter 51 4:3)
  • "ὀλίγοσ δὲ γίνεται, παχύσ, σαρκώδησ. (Athenaeus, The Deipnosophists, book 1, chapter 4836)
  • ’ κωλῆν σαρκώδη, λαγόνασ ὑγράσ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 9, book 9, chapter 6 1:8)
  • ὁ δὲ ποτάμιοσ κορακῖνοσ, ὃν πέλτην τινὲσ καλοῦσιν, ὁ ἀπὸ τοῦ Νείλου, ὃν οἱ κατὰ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἰδίωσ ἡμίνηρον ὀνομάζουσιν, ὑποπίμελοσ μέν ἐστι καὶ ἥκιστα κακόχυλοσ, σαρκώδησ, τρόφιμοσ, εὔπεπτοσ, εὐανάδοτοσ, κατὰ πάντα τοῦ μύλλου κρείσσων. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 3, book 3, chapter 932)

Synonyms

  1. fleshy

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION