헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πτώσσω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πτώσσω

형태분석: πτώσς (어간) + ω (인칭어미)

어원: collat. form of pth/ssw

  1. ~에서 달아나다, 탈출하다, 도망치다
  1. to crouch or cower from fear, flee cowering, fly cowering
  2. to go cowering or cringing about
  3. let us, flee from, for fear

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πτώσσω

πτώσσεις

πτώσσει

쌍수 πτώσσετον

πτώσσετον

복수 πτώσσομεν

πτώσσετε

πτώσσουσιν*

접속법단수 πτώσσω

πτώσσῃς

πτώσσῃ

쌍수 πτώσσητον

πτώσσητον

복수 πτώσσωμεν

πτώσσητε

πτώσσωσιν*

기원법단수 πτώσσοιμι

πτώσσοις

πτώσσοι

쌍수 πτώσσοιτον

πτωσσοίτην

복수 πτώσσοιμεν

πτώσσοιτε

πτώσσοιεν

명령법단수 πτώσσε

πτωσσέτω

쌍수 πτώσσετον

πτωσσέτων

복수 πτώσσετε

πτωσσόντων, πτωσσέτωσαν

부정사 πτώσσειν

분사 남성여성중성
πτωσσων

πτωσσοντος

πτωσσουσα

πτωσσουσης

πτωσσον

πτωσσοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πτώσσομαι

πτώσσει, πτώσσῃ

πτώσσεται

쌍수 πτώσσεσθον

πτώσσεσθον

복수 πτωσσόμεθα

πτώσσεσθε

πτώσσονται

접속법단수 πτώσσωμαι

πτώσσῃ

πτώσσηται

쌍수 πτώσσησθον

πτώσσησθον

복수 πτωσσώμεθα

πτώσσησθε

πτώσσωνται

기원법단수 πτωσσοίμην

πτώσσοιο

πτώσσοιτο

쌍수 πτώσσοισθον

πτωσσοίσθην

복수 πτωσσοίμεθα

πτώσσοισθε

πτώσσοιντο

명령법단수 πτώσσου

πτωσσέσθω

쌍수 πτώσσεσθον

πτωσσέσθων

복수 πτώσσεσθε

πτωσσέσθων, πτωσσέσθωσαν

부정사 πτώσσεσθαι

분사 남성여성중성
πτωσσομενος

πτωσσομενου

πτωσσομενη

πτωσσομενης

πτωσσομενον

πτωσσομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὅθεν οὐδὲ τοῦ Ὁμηρικοῦ Σθενέλου παντάπασιν αἰτιατέον τὸ ἡμεῖσ τοι πατέρων μέγ’ ἀμείνονεσ εὐχόμεθ’ εἶναι, μεμνημένουσ τοῦ ὤ μοι, Τυδέοσ υἱὲ δαΐφρονοσ ἱπποδάμοιο, τί πτώσσεισ; (Plutarch, De Se Ipsum Citra Invidiam Laudando, section 4 6:2)

    (플루타르코스, De Se Ipsum Citra Invidiam Laudando, section 4 6:2)

  • οἰνοβαρέσ, κυνὸσ ὄμματ’ ἔχων, κραδίην δ’ ἐλάφοιο, τί πτώσσεισ; (Dio, Chrysostom, Orationes, 112:3)

    (디오, 크리소토모스, 연설, 112:3)

  • ὤ μοι Τυδέοσ υἱὲ δαί̈φρονοσ ἱπποδάμοιο τί πτώσσεισ, τί δ’ ὀπιπεύεισ πολέμοιο γεφύρασ; (Homer, Iliad, Book 4 39:5)

    (호메로스, 일리아스, Book 4 39:5)

유의어

  1. to crouch or cower from fear

  2. ~에서 달아나다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION