헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσηγορέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσηγορέω προσηγορήσω

형태분석: προσηγορέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 간청하다, 위안하다, 위로하다
  1. to address, to console

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσηγόρω

(나는) 간청한다

προσηγόρεις

(너는) 간청한다

προσηγόρει

(그는) 간청한다

쌍수 προσηγόρειτον

(너희 둘은) 간청한다

προσηγόρειτον

(그 둘은) 간청한다

복수 προσηγόρουμεν

(우리는) 간청한다

προσηγόρειτε

(너희는) 간청한다

προσηγόρουσιν*

(그들은) 간청한다

접속법단수 προσηγόρω

(나는) 간청하자

προσηγόρῃς

(너는) 간청하자

προσηγόρῃ

(그는) 간청하자

쌍수 προσηγόρητον

(너희 둘은) 간청하자

προσηγόρητον

(그 둘은) 간청하자

복수 προσηγόρωμεν

(우리는) 간청하자

προσηγόρητε

(너희는) 간청하자

προσηγόρωσιν*

(그들은) 간청하자

기원법단수 προσηγόροιμι

(나는) 간청하기를 (바라다)

προσηγόροις

(너는) 간청하기를 (바라다)

προσηγόροι

(그는) 간청하기를 (바라다)

쌍수 προσηγόροιτον

(너희 둘은) 간청하기를 (바라다)

προσηγοροίτην

(그 둘은) 간청하기를 (바라다)

복수 προσηγόροιμεν

(우리는) 간청하기를 (바라다)

προσηγόροιτε

(너희는) 간청하기를 (바라다)

προσηγόροιεν

(그들은) 간청하기를 (바라다)

명령법단수 προσηγο͂ρει

(너는) 간청해라

προσηγορεῖτω

(그는) 간청해라

쌍수 προσηγόρειτον

(너희 둘은) 간청해라

προσηγορεῖτων

(그 둘은) 간청해라

복수 προσηγόρειτε

(너희는) 간청해라

προσηγοροῦντων, προσηγορεῖτωσαν

(그들은) 간청해라

부정사 προσηγόρειν

간청하는 것

분사 남성여성중성
προσηγορων

προσηγορουντος

προσηγορουσα

προσηγορουσης

προσηγορουν

προσηγορουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσηγόρουμαι

(나는) 간청된다

προσηγόρει, προσηγόρῃ

(너는) 간청된다

προσηγόρειται

(그는) 간청된다

쌍수 προσηγόρεισθον

(너희 둘은) 간청된다

προσηγόρεισθον

(그 둘은) 간청된다

복수 προσηγοροῦμεθα

(우리는) 간청된다

προσηγόρεισθε

(너희는) 간청된다

προσηγόρουνται

(그들은) 간청된다

접속법단수 προσηγόρωμαι

(나는) 간청되자

προσηγόρῃ

(너는) 간청되자

προσηγόρηται

(그는) 간청되자

쌍수 προσηγόρησθον

(너희 둘은) 간청되자

προσηγόρησθον

(그 둘은) 간청되자

복수 προσηγορώμεθα

(우리는) 간청되자

προσηγόρησθε

(너희는) 간청되자

προσηγόρωνται

(그들은) 간청되자

기원법단수 προσηγοροίμην

(나는) 간청되기를 (바라다)

προσηγόροιο

(너는) 간청되기를 (바라다)

προσηγόροιτο

(그는) 간청되기를 (바라다)

쌍수 προσηγόροισθον

(너희 둘은) 간청되기를 (바라다)

προσηγοροίσθην

(그 둘은) 간청되기를 (바라다)

복수 προσηγοροίμεθα

(우리는) 간청되기를 (바라다)

προσηγόροισθε

(너희는) 간청되기를 (바라다)

προσηγόροιντο

(그들은) 간청되기를 (바라다)

명령법단수 προσηγόρου

(너는) 간청되어라

προσηγορεῖσθω

(그는) 간청되어라

쌍수 προσηγόρεισθον

(너희 둘은) 간청되어라

προσηγορεῖσθων

(그 둘은) 간청되어라

복수 προσηγόρεισθε

(너희는) 간청되어라

προσηγορεῖσθων, προσηγορεῖσθωσαν

(그들은) 간청되어라

부정사 προσηγόρεισθαι

간청되는 것

분사 남성여성중성
προσηγορουμενος

προσηγορουμενου

προσηγορουμενη

προσηγορουμενης

προσηγορουμενον

προσηγορουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσηγορήσω

(나는) 간청하겠다

προσηγορήσεις

(너는) 간청하겠다

προσηγορήσει

(그는) 간청하겠다

쌍수 προσηγορήσετον

(너희 둘은) 간청하겠다

προσηγορήσετον

(그 둘은) 간청하겠다

복수 προσηγορήσομεν

(우리는) 간청하겠다

προσηγορήσετε

(너희는) 간청하겠다

προσηγορήσουσιν*

(그들은) 간청하겠다

기원법단수 προσηγορήσοιμι

(나는) 간청하겠기를 (바라다)

προσηγορήσοις

(너는) 간청하겠기를 (바라다)

προσηγορήσοι

(그는) 간청하겠기를 (바라다)

쌍수 προσηγορήσοιτον

(너희 둘은) 간청하겠기를 (바라다)

προσηγορησοίτην

(그 둘은) 간청하겠기를 (바라다)

복수 προσηγορήσοιμεν

(우리는) 간청하겠기를 (바라다)

προσηγορήσοιτε

(너희는) 간청하겠기를 (바라다)

προσηγορήσοιεν

(그들은) 간청하겠기를 (바라다)

부정사 προσηγορήσειν

간청할 것

분사 남성여성중성
προσηγορησων

προσηγορησοντος

προσηγορησουσα

προσηγορησουσης

προσηγορησον

προσηγορησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσηγορήσομαι

(나는) 간청되겠다

προσηγορήσει, προσηγορήσῃ

(너는) 간청되겠다

προσηγορήσεται

(그는) 간청되겠다

쌍수 προσηγορήσεσθον

(너희 둘은) 간청되겠다

προσηγορήσεσθον

(그 둘은) 간청되겠다

복수 προσηγορησόμεθα

(우리는) 간청되겠다

προσηγορήσεσθε

(너희는) 간청되겠다

προσηγορήσονται

(그들은) 간청되겠다

기원법단수 προσηγορησοίμην

(나는) 간청되겠기를 (바라다)

προσηγορήσοιο

(너는) 간청되겠기를 (바라다)

προσηγορήσοιτο

(그는) 간청되겠기를 (바라다)

쌍수 προσηγορήσοισθον

(너희 둘은) 간청되겠기를 (바라다)

προσηγορησοίσθην

(그 둘은) 간청되겠기를 (바라다)

복수 προσηγορησοίμεθα

(우리는) 간청되겠기를 (바라다)

προσηγορήσοισθε

(너희는) 간청되겠기를 (바라다)

προσηγορήσοιντο

(그들은) 간청되겠기를 (바라다)

부정사 προσηγορήσεσθαι

간청될 것

분사 남성여성중성
προσηγορησομενος

προσηγορησομενου

προσηγορησομενη

προσηγορησομενης

προσηγορησομενον

προσηγορησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπροσηγο͂ρουν

(나는) 간청하고 있었다

ἐπροσηγο͂ρεις

(너는) 간청하고 있었다

ἐπροσηγο͂ρειν*

(그는) 간청하고 있었다

쌍수 ἐπροσηγόρειτον

(너희 둘은) 간청하고 있었다

ἐπροσηγορεῖτην

(그 둘은) 간청하고 있었다

복수 ἐπροσηγόρουμεν

(우리는) 간청하고 있었다

ἐπροσηγόρειτε

(너희는) 간청하고 있었다

ἐπροσηγο͂ρουν

(그들은) 간청하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐπροσηγοροῦμην

(나는) 간청되고 있었다

ἐπροσηγόρου

(너는) 간청되고 있었다

ἐπροσηγόρειτο

(그는) 간청되고 있었다

쌍수 ἐπροσηγόρεισθον

(너희 둘은) 간청되고 있었다

ἐπροσηγορεῖσθην

(그 둘은) 간청되고 있었다

복수 ἐπροσηγοροῦμεθα

(우리는) 간청되고 있었다

ἐπροσηγόρεισθε

(너희는) 간청되고 있었다

ἐπροσηγόρουντο

(그들은) 간청되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οὐκ ἐμὸν τόδ’, ἀλλὰ σόν, τὸ ταῦθ’ ὁρᾶν τε καὶ προσηγορεῖν φίλωσ. (Sophocles, episode 1:5)

    (소포클레스, episode 1:5)

유의어

  1. 간청하다

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION