헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσεθίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσεθίζω

형태분석: προς (접두사) + ἐθίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 있다, 돌보다, 함께하다, 있으시다
  1. to accustom or inure, to, to accustom oneself to

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεθίζω

(나는) 있는다

προσεθίζεις

(너는) 있는다

προσεθίζει

(그는) 있는다

쌍수 προσεθίζετον

(너희 둘은) 있는다

προσεθίζετον

(그 둘은) 있는다

복수 προσεθίζομεν

(우리는) 있는다

προσεθίζετε

(너희는) 있는다

προσεθίζουσιν*

(그들은) 있는다

접속법단수 προσεθίζω

(나는) 있자

προσεθίζῃς

(너는) 있자

προσεθίζῃ

(그는) 있자

쌍수 προσεθίζητον

(너희 둘은) 있자

προσεθίζητον

(그 둘은) 있자

복수 προσεθίζωμεν

(우리는) 있자

προσεθίζητε

(너희는) 있자

προσεθίζωσιν*

(그들은) 있자

기원법단수 προσεθίζοιμι

(나는) 있기를 (바라다)

προσεθίζοις

(너는) 있기를 (바라다)

προσεθίζοι

(그는) 있기를 (바라다)

쌍수 προσεθίζοιτον

(너희 둘은) 있기를 (바라다)

προσεθιζοίτην

(그 둘은) 있기를 (바라다)

복수 προσεθίζοιμεν

(우리는) 있기를 (바라다)

προσεθίζοιτε

(너희는) 있기를 (바라다)

προσεθίζοιεν

(그들은) 있기를 (바라다)

명령법단수 προσέθιζε

(너는) 있어라

προσεθιζέτω

(그는) 있어라

쌍수 προσεθίζετον

(너희 둘은) 있어라

προσεθιζέτων

(그 둘은) 있어라

복수 προσεθίζετε

(너희는) 있어라

προσεθιζόντων, προσεθιζέτωσαν

(그들은) 있어라

부정사 προσεθίζειν

있는 것

분사 남성여성중성
προσεθιζων

προσεθιζοντος

προσεθιζουσα

προσεθιζουσης

προσεθιζον

προσεθιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεθίζομαι

προσεθίζει, προσεθίζῃ

προσεθίζεται

쌍수 προσεθίζεσθον

προσεθίζεσθον

복수 προσεθιζόμεθα

προσεθίζεσθε

προσεθίζονται

접속법단수 προσεθίζωμαι

προσεθίζῃ

προσεθίζηται

쌍수 προσεθίζησθον

προσεθίζησθον

복수 προσεθιζώμεθα

προσεθίζησθε

προσεθίζωνται

기원법단수 προσεθιζοίμην

προσεθίζοιο

προσεθίζοιτο

쌍수 προσεθίζοισθον

προσεθιζοίσθην

복수 προσεθιζοίμεθα

προσεθίζοισθε

προσεθίζοιντο

명령법단수 προσεθίζου

προσεθιζέσθω

쌍수 προσεθίζεσθον

προσεθιζέσθων

복수 προσεθίζεσθε

προσεθιζέσθων, προσεθιζέσθωσαν

부정사 προσεθίζεσθαι

분사 남성여성중성
προσεθιζομενος

προσεθιζομενου

προσεθιζομενη

προσεθιζομενης

προσεθιζομενον

προσεθιζομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσῆθιζον

(나는) 있고 있었다

προσῆθιζες

(너는) 있고 있었다

προσῆθιζεν*

(그는) 있고 있었다

쌍수 προσήθιζετον

(너희 둘은) 있고 있었다

προσηθῖζετην

(그 둘은) 있고 있었다

복수 προσήθιζομεν

(우리는) 있고 있었다

προσήθιζετε

(너희는) 있고 있었다

προσῆθιζον

(그들은) 있고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσηθῖζομην

προσήθιζου

προσήθιζετο

쌍수 προσήθιζεσθον

προσηθῖζεσθην

복수 προσηθῖζομεθα

προσήθιζεσθε

προσήθιζοντο

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION