헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσεξεργάζομαι

비축약 동사; 이상동사 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσεξεργάζομαι προσεξεργάσομαι

형태분석: προσεξεργάζ (어간) + ομαι (인칭어미)

  1. to accomplish besides

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεξεργάζομαι

προσεξεργάζει, προσεξεργάζῃ

προσεξεργάζεται

쌍수 προσεξεργάζεσθον

προσεξεργάζεσθον

복수 προσεξεργαζόμεθα

προσεξεργάζεσθε

προσεξεργάζονται

접속법단수 προσεξεργάζωμαι

προσεξεργάζῃ

προσεξεργάζηται

쌍수 προσεξεργάζησθον

προσεξεργάζησθον

복수 προσεξεργαζώμεθα

προσεξεργάζησθε

προσεξεργάζωνται

기원법단수 προσεξεργαζοίμην

προσεξεργάζοιο

προσεξεργάζοιτο

쌍수 προσεξεργάζοισθον

προσεξεργαζοίσθην

복수 προσεξεργαζοίμεθα

προσεξεργάζοισθε

προσεξεργάζοιντο

명령법단수 προσεξεργάζου

προσεξεργαζέσθω

쌍수 προσεξεργάζεσθον

προσεξεργαζέσθων

복수 προσεξεργάζεσθε

προσεξεργαζέσθων, προσεξεργαζέσθωσαν

부정사 προσεξεργάζεσθαι

분사 남성여성중성
προσεξεργαζομενος

προσεξεργαζομενου

προσεξεργαζομενη

προσεξεργαζομενης

προσεξεργαζομενον

προσεξεργαζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τὸ μὲν χωρίον, ἵναπερ τὰ γυμνάσια αὐτοῖσ τελεῖται, οὐχ ὁμαλὸν ἐπιλέγονται μόνον, ἀλλ̓ ἐσ τοσόνδε προσεξεργάζονται, ὥστε σκάπτειν τε τὸ μέσον αὐτοῦ ἐσ βάθοσ αύμμετρον καὶ τὰσ βώλουσ συγκόπτειν ἐσ λεπτότητά τε καὶ μαλθακότητα, ἀποτεμνόμενοι τοῦ παντὸσ πεδίου τὸ πρὸ τοῦ βήματοσ ἐσ πλαισίου ἰσοπλεύρου σχῆμα. (Arrian, chapter 34 1:1)

    (아리아노스, chapter 34 1:1)

  • τί γὰρ ὡσ ἀληθῶσ πέρασ ἂν φήσειέ τισ εἶναι κακίασ καὶ τίν’ ὑπερβολὴν ἀναιδείασ καὶ ὠμότητοσ καὶ ὕβρεωσ, ἄνθρωποσ εἰ ποιήσασ δεινὰ νὴ Δία καὶ πόλλ’ ἀδίκωσ τινά, ἀντὶ τοῦ ταῦτ’ ἀναλαμβάνειν καὶ μεταγιγνώσκειν, πολλῷ δεινότερ’ ὕστερον ἄλλα προσεξεργάζοιτο, καὶ χρῷτο τῷ πλουτεῖν μὴ ἐπὶ ταῦτ’ ἐν οἷσ μηδένα βλάπτων αὐτὸσ ἄμεινόν τι τῶν ἰδίων θήσεται, ἀλλ’ ἐπὶ τἀναντία, ἐν οἷσ ἀδίκωσ ἐκβάλλων τινὰ καὶ προπηλακίσασ αὑτὸν εὐδαιμονιεῖ τῆσ περιουσίασ; (Demosthenes, Speeches 21-30, 144:1)

    (데모스테네스, Speeches 21-30, 144:1)

  • Δεῖ δὲ καὶ τῆσ ὁδοῦ βραχείησ ἐσ τὴν πύελον, καὶ ἐσ εὐέμβατον καὶ ἐσ εὐέκβατον‧ εἶναι δὲ καὶ τὸν λουόμενον κόσμιον καὶ σιγηλὸν, καὶ μηδὲν αὐτὸν προσεξεργάζεσθαι, ἀλλ’ ἄλλουσ καὶ καταχέειν καὶ σμήχειν‧ καὶ μετακέρασμα πολλὸν ἡτοιμᾶσθαι, καὶ τὰσ ἐπαντλήσιασ ταχείασ ποιέεσθαι‧ καὶ σπόγγοισι χρέεσθαι ἀντὶ στλεγγίδοσ, καὶ μὴ ἄγαν ξηρὸν χρίεσθαι τὸ σῶμα. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 18.4)

    (히포크라테스, Oeuvres Completes D'Hippocrate., , 18.4)

유의어

  1. to accomplish besides

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION