헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

περικνίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: περικνίζω περικνίσω

형태분석: περι (접두사) + κνίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to scratch all round, keep nibbling;

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικνίζω

περικνίζεις

περικνίζει

쌍수 περικνίζετον

περικνίζετον

복수 περικνίζομεν

περικνίζετε

περικνίζουσιν*

접속법단수 περικνίζω

περικνίζῃς

περικνίζῃ

쌍수 περικνίζητον

περικνίζητον

복수 περικνίζωμεν

περικνίζητε

περικνίζωσιν*

기원법단수 περικνίζοιμι

περικνίζοις

περικνίζοι

쌍수 περικνίζοιτον

περικνιζοίτην

복수 περικνίζοιμεν

περικνίζοιτε

περικνίζοιεν

명령법단수 περικνίζε

περικνιζέτω

쌍수 περικνίζετον

περικνιζέτων

복수 περικνίζετε

περικνιζόντων, περικνιζέτωσαν

부정사 περικνίζειν

분사 남성여성중성
περικνιζων

περικνιζοντος

περικνιζουσα

περικνιζουσης

περικνιζον

περικνιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικνίζομαι

περικνίζει, περικνίζῃ

περικνίζεται

쌍수 περικνίζεσθον

περικνίζεσθον

복수 περικνιζόμεθα

περικνίζεσθε

περικνίζονται

접속법단수 περικνίζωμαι

περικνίζῃ

περικνίζηται

쌍수 περικνίζησθον

περικνίζησθον

복수 περικνιζώμεθα

περικνίζησθε

περικνίζωνται

기원법단수 περικνιζοίμην

περικνίζοιο

περικνίζοιτο

쌍수 περικνίζοισθον

περικνιζοίσθην

복수 περικνιζοίμεθα

περικνίζοισθε

περικνίζοιντο

명령법단수 περικνίζου

περικνιζέσθω

쌍수 περικνίζεσθον

περικνιζέσθων

복수 περικνίζεσθε

περικνιζέσθων, περικνιζέσθωσαν

부정사 περικνίζεσθαι

분사 남성여성중성
περικνιζομενος

περικνιζομενου

περικνιζομενη

περικνιζομενης

περικνιζομενον

περικνιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικνίσω

περικνίσεις

περικνίσει

쌍수 περικνίσετον

περικνίσετον

복수 περικνίσομεν

περικνίσετε

περικνίσουσιν*

기원법단수 περικνίσοιμι

περικνίσοις

περικνίσοι

쌍수 περικνίσοιτον

περικνισοίτην

복수 περικνίσοιμεν

περικνίσοιτε

περικνίσοιεν

부정사 περικνίσειν

분사 남성여성중성
περικνισων

περικνισοντος

περικνισουσα

περικνισουσης

περικνισον

περικνισοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περικνίσομαι

περικνίσει, περικνίσῃ

περικνίσεται

쌍수 περικνίσεσθον

περικνίσεσθον

복수 περικνισόμεθα

περικνίσεσθε

περικνίσονται

기원법단수 περικνισοίμην

περικνίσοιο

περικνίσοιτο

쌍수 περικνίσοισθον

περικνισοίσθην

복수 περικνισοίμεθα

περικνίσοισθε

περικνίσοιντο

부정사 περικνίσεσθαι

분사 남성여성중성
περικνισομενος

περικνισομενου

περικνισομενη

περικνισομενης

περικνισομενον

περικνισομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἐκείνων, ὥσπερ θεῶν ἱεροφάνται καὶ δᾳδοῦχοι τῆσ σοφίασ ὄντεσ, ὅσαπέρ ἐστιν ἐν δυνατῷ, ταῦτα μιμεῖσθαι καὶ περικνίζειν ἐπιχειροῦμεν. (Plutarch, De liberis educandis, section 14 15:1)

    (플루타르코스, De liberis educandis, section 14 15:1)

유의어

  1. to scratch all round

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION