Ancient Greek-English Dictionary Language

πεδιακός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: πεδιακός πεδιακή πεδιακόν

Structure: πεδιακ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: pedi/on

Sense

  1. of or on the plain: - , the party of the plain

Examples

  • πάντεσ δὲ τοῦτο ἔδρων ὑπὸ τοῦ δήμου πιστευθέντεσ, ἡ δὲ πίστισ ἦν ἡ ἀπέχθεια ἡ πρὸσ τοὺσ πλουσίουσ, οἱο͂ν Ἀθήνησί τε Πεισίστρατοσ στασιάσασ πρὸσ τοὺσ πεδιακούσ, καὶ Θεαγένησ ἐν Μεγάροισ τῶν εὐπόρων τὰ κτήνη ἀποσφάξασ, λαβὼν παρὰ τὸν ποταμὸν ἐπινέμοντασ, καὶ Διονύσιοσ κατηγορῶν Δαφναίου καὶ τῶν πλουσίων ἠξιώθη τῆσ τυραννίδοσ, διὰ τὴν ἔχθραν πιστευθεὶσ ὡσ δημοτικὸσ ὤν. (Aristotle, Politics, Book 5 89:1)

Synonyms

  1. of or on the plain

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION