- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

οἰνοβαρής?

Third declension Adjective; Transliteration: oinobarēs

Principal Part: οἰνοβαρής οἰνοβαρές

Structure: οἰνοβαρη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: βαρύς

Sense

  1. heavy with wine

Examples

  • οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ ἔχων, κραδίην δ ἐλάφοιο, οὔτε ποτ ἐν πολέμῳ ἐναρίθμιος οὔτ ἐνὶ βουλῇ, Θερσίτ ἀκριτόμυθε, κακῶν πανάριστε κολοιῶν μάψ, ἀτὰρ οὐ κατὰ κόσμον, ἐριζέμεναι βασιλεῦσιν. (Lucian, Fugitivi, (no name) 30:9)
  • "οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ ἔχων. (Athenaeus, The Deipnosophists, book 1, chapter 18 4:1)
  • Ἀγαμέμνονα τιθεὶς ἐν τοῖς φαύλοις, ὃν αὐτός φησιν εἶναι ἀγαθόν, εἴπερ εἰς αὐτὸν εἴρηται τοῦτο τὸ ἔπος οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ ἔχων, κραδίην δ ἐλάφοιο. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 5, book 5, chapter 5 2:2)
  • οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ ἔχων. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 662)
  • τῷ, τ᾿ Ἀχιλλεῖ τοὺς θρασεῖς λόγους περιτίθησιν οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ ἔχων, κραδίην δ ἐλάφοιο τὴν αὑτοῦ κρίσιν ὑπειπὼν Πηλεϊ´δης δ ἐξαῦτις ἀταρτηροῖς ἐπέεσσιν Ἀτρεϊ´δην προσέειπε, καὶ οὔ πω λῆγε χόλοιο καλὸν γὰρ εἰκὸς οὐδὲν εἶναι μετ ὀργῆς καὶ αὐστηρῶς λεγόμενον. (Plutarch, Quomodo adolescens poetas audire debeat, chapter, section 4 6:1)
  • εἰς τὸ αὐτό οὗτος ὁ πανδαμάτωρ, ὁ παρ ἀνδράσι δωδεκάεθλος μελπόμενος κρατερῆς εἵνεκεν ἠνορέης, οἰνοβαρὴς μετὰ δαῖτα μεθυσφαλὲς ἴχνος ἑλίσσει, νικηθεὶς ἁπαλῷ λυσιμελεῖ Βρομίῳ. (Unknown, Greek Anthology, Volume V, book 16, chapter 991)

Synonyms

  1. heavy with wine

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION