고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: μετρητικός μετρητική μετρητικόν
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | μετρητικός (이)가 | μετρητική (이)가 | μετρητικόν (것)가 |
| 속격 | μετρητικοῦ (이)의 | μετρητικῆς (이)의 | μετρητικοῦ (것)의 | |
| 여격 | μετρητικῷ (이)에게 | μετρητικῇ (이)에게 | μετρητικῷ (것)에게 | |
| 대격 | μετρητικόν (이)를 | μετρητικήν (이)를 | μετρητικόν (것)를 | |
| 호격 | μετρητικέ (이)야 | μετρητική (이)야 | μετρητικόν (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | μετρητικώ (이)들이 | μετρητικᾱ́ (이)들이 | μετρητικώ (것)들이 |
| 속/여 | μετρητικοῖν (이)들의 | μετρητικαῖν (이)들의 | μετρητικοῖν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | μετρητικοί (이)들이 | μετρητικαί (이)들이 | μετρητικά (것)들이 |
| 속격 | μετρητικῶν (이)들의 | μετρητικῶν (이)들의 | μετρητικῶν (것)들의 | |
| 여격 | μετρητικοῖς (이)들에게 | μετρητικαῖς (이)들에게 | μετρητικοῖς (것)들에게 | |
| 대격 | μετρητικούς (이)들을 | μετρητικᾱ́ς (이)들을 | μετρητικά (것)들을 | |
| 호격 | μετρητικοί (이)들아 | μετρητικαί (이)들아 | μετρητικά (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
μετρητικός μετρητικοῦ (이)의 |
μετρητικότερος μετρητικοτεροῦ 더 (이)의 |
μετρητικότατος μετρητικοτατοῦ 가장 (이)의 |
| 부사 | μετρητικώς | μετρητικότερον | μετρητικότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기