- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

μελιτώδης?

Third declension Adjective; Transliteration: melitōdēs

Principal Part: μελιτώδης μελιτώδες

Structure: μελιτωδη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: εἶδος

Sense

  1. like honey

Examples

  • τὰ γλυκέα σιτεῖται καὶ τὰ μελιτώδη καὶ μάλιστά γε τὰς ἰσχάδας. (Lucian, Vitarum auctio, (no name) 18:12)
  • ὁ δ οὕτως ἐστὶν εὐήθης, ὥστ, ἐπειδὴ τῶν παλαιῶν ἀκούει λεγόντων ἐπὶ τὸ χρηστὸν ἐν τῇ γαστρὶ μεταβάλλειν τὰ σιτία, δοκιμάζει ζητεῖν οὐ τὸ κατὰ δύναμιν ἀλλὰ τὸ κατὰ γεῦσιν χρηστόν, ὥσπερ ἢ τοῦ μήλου μηλωδεστέρου--χρὴ γὰρ οὕτως αὐτῷ διαλέγεσθαι--γιγνομένου κατὰ τὴν κοιλίαν ἢ τοῦ μέλιτος μελιτωδεστέρου. (Galen, On the Natural Faculties., G, section 745)
  • μὴ φύη Μελιτῶδες ὃς ἁμῶν καρτερὸς εἰή, πλὰν ἑνός. (Theocritus, Idylls, 122)
  • "καὶ γὰρ ἐκεῖνος ὡς ἐοίκε τρώγων σίκυον, ὡς ἐφάνη μελιτώδης ὁ χυμός, ἠρώτησε τὴν διακονοῦσαν, ὁπόθεν πρίαιτο: (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 1, 7:2)
  • καθάπερ γὰρ ἡ μέλιττα τῷ φιλόγλυκυς εἶναι πᾶσαν ὕλην, ᾗ τι μελιτῶδες ἐγκέκραται, περιέπει καὶ διώκει: (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 5, 6:1)

Synonyms

  1. like honey

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION