Ancient Greek-English Dictionary Language

μεγαλοπρεπής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μεγαλοπρεπής μεγαλοπρεπές

Structure: μεγαλοπρεπη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: pre/pw

Sense

  1. befitting a great man, magnificent

Examples

  • ὑψηλότερόσ ἐστιν ἐκείνου κατὰ τὴν ἑρμηνείαν καὶ μεγαλοπρεπέστεροσ μακρῷ καὶ ἀξιωματικώτεροσ. (Dionysius of Halicarnassus, De Isocrate, chapter 3 2:6)
  • βούλεται μὲν γὰρ ὑψηλότεροσ εἶναι καὶ μεγαλοπρεπέστεροσ καὶ τῶν γε καθ’ ἑαυτὸν ἢ πρότερον ῥητόρων ἀκμασάντων οὐθενὸσ ἂν δόξειεν εἶναι καταδεέστεροσ, οὐ διεγείρει δὲ τὸν ἀκροατὴν ὥσπερ Ἰσοκράτησ . (Dionysius of Halicarnassus, chapter 28 1:1)
  • "ἐκεῖνοσ δ’ οἶμαι σεμνότεροσ ὁ λόγοσ καὶ μεγαλοπρεπέστεροσ, ἀδεσπότουσ καὶ αὐτοκρατεῖσ τοὺσ θεοὺσ ὄντασ, ὥσπερ οἱ Τυνδαρίδαι τοῖσ χειμαζομένοισ βοηθοῦσιν ἐπερχόμενοί τε μαλάσσοντεσ βίᾳ τὸν πόντον ὠκείασ τ’ ἀνέμων ῥιπάσ οὐκ ἐμπλέοντεσ αὐτοὶ καὶ συγκινδυνεύοντεσ ἀλλ’ ἄνωθεν ἐπιφαινόμενοι καὶ σῴζοντεσ· (Plutarch, De defectu oraculorum, section 301)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION