Ancient Greek-English Dictionary

μεγαλοπρεπής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μεγαλοπρεπής μεγαλοπρεπές

Structure: μεγαλοπρεπη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: pre/pw

Sense

  1. befitting a great man, magnificent

Examples

  • τῶν δὲ θυγατέρων τῶν Αἰμιλίου τὴν μὲν ὁ Κάτωνοσ υἱὸσ ἔγημε, τὴν δὲ Αἴλιοσ Τουβέρων, ἀνὴρ ἄριστοσ καὶ μεγαλοπρεπέστατα Ῥωμαίων πενίᾳ χρησάμενοσ. (Plutarch, Aemilius Paulus, chapter 5 4:1)
  • ἀλλ’ οὕτωσ αὐτὰ καλῶσ ἐκεῖνοσ συνύφαγκεν καὶ παραπληρώμασιν εὐφώνοισ διείληφεν ὥστε μεγαλοπρεπέστατα φαίνεσθαι πάντων ὀνομάτων· (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1633)
  • ἄξιον οὖν σοι καὶ μεγαλοπρεπέστατα τιμῆσαι Σεύθην. (Xenophon, Anabasis, , chapter 3 23:3)
  • εὐσύμβλητον ὦν τῇδε τοῦτο ἐγένετο, ὅτι ἔμελλε μὲν ἐλᾶν στρατιὴν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα Ξέρξησ ἀγαυρότατα καὶ μεγαλοπρεπέστατα, ὀπίσω δὲ περὶ ἑωυτοῦ τρέχων ἥξειν ἐσ τὸν αὐτὸν χῶρον. (Herodotus, The Histories, book 7, chapter 57 2:3)
  • ἆρ’ οὐ τὰ κάλλιστα καὶ μεγαλοπρεπέστατα καὶ πρὸσ τοὔσχατον ἥκοντα τῆσ εἰσ ταῦτ’ ἀκριβείασ; (Aristides, Aelius, Orationes, 8:9)

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION