- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

μακροκέφαλος?

First/Second declension Adjective; Transliteration: makrokephalos

Principal Part: μακροκέφαλος μακροκέφαλον

Structure: μακροκεφαλ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: κεφαλή

Sense

  1. long-headed

Examples

  • καὶ πρῶτον περὶ τῶν Μακροκεφάλων. (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, , xiv.2)
  • εἰ οὖν γίνονται ἔκ τε φαλακρῶν φαλακροὶ καὶ ἐκ γλαυκῶν γλαυκοὶ καὶ ἐκ διεστραμμένων στρεβλοὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος, καὶ περὶ τῆς ἄλλης μορφῆς ὁ αὐτὸς λόγος, τί κωλύει καὶ ἐκ μακροκεφάλου μακροκέφαλον γίνεσθαι· (Hippocrates, Hippocrates Collected Works I, , xiv.8)
  • Ἡσιόδου δ οὐκ ἄν τις αἰτιάσαιτο ἄγνοιαν, ἡμίκυνας λέγοντος καὶ μακροκεφάλους καὶ πυγμαίους: (Strabo, Geography, book 1, chapter 2 70:11)
  • τινὰς δ ἐπιτηδεύειν φασὶν ὅπως ὡς μακροκεφαλώτατοι φανοῦνται καὶ προπεπτωκότες τοῖς μετώποις ὥσθ ὑπερκύπτειν τῶν γενείων. (Strabo, Geography, Book 11, chapter 11 11:12)

Synonyms

  1. long-headed

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION