헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κυκλοτερής

3군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κυκλοτερής κυκλοτερές

형태분석: κυκλοτερη (어간) + ς (어미)

어원: tei/rw

  1. 둥근, 윤형, 고리 모양의, 원형의
  1. made round by turning, round, circular, into a circle

곡용 정보

3군 변화
남/여성 중성
단수주격 κυκλοτερής

둥근 (이)가

κυκλότερες

둥근 (것)가

속격 κυκλοτερούς

둥근 (이)의

κυκλοτέρους

둥근 (것)의

여격 κυκλοτερεί

둥근 (이)에게

κυκλοτέρει

둥근 (것)에게

대격 κυκλοτερή

둥근 (이)를

κυκλότερες

둥근 (것)를

호격 κυκλοτερές

둥근 (이)야

κυκλότερες

둥근 (것)야

쌍수주/대/호 κυκλοτερεί

둥근 (이)들이

κυκλοτέρει

둥근 (것)들이

속/여 κυκλοτεροίν

둥근 (이)들의

κυκλοτέροιν

둥근 (것)들의

복수주격 κυκλοτερείς

둥근 (이)들이

κυκλοτέρη

둥근 (것)들이

속격 κυκλοτερών

둥근 (이)들의

κυκλοτέρων

둥근 (것)들의

여격 κυκλοτερέσιν*

둥근 (이)들에게

κυκλοτέρεσιν*

둥근 (것)들에게

대격 κυκλοτερείς

둥근 (이)들을

κυκλοτέρη

둥근 (것)들을

호격 κυκλοτερείς

둥근 (이)들아

κυκλοτέρη

둥근 (것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • "πρὸσ δὲ τούτοισ οἶκοι κατεσκευάζοντο κυκλοτερεῖσ, ἵνα πάντεσ εἰσ τὸ μέσον τοῦ κοττάβου τεθέντοσ ἐξ ἀποστήματοσ ἴσου καὶ τόπων ὁμοίων ἀγωνίζοιντο περὶ τῆσ νίκησ, οὐ γὰρ μόνον ἐφιλοτιμοῦντο βάλλειν ἐπὶ τὸν σκοπόν, ἀλλὰ καὶ καλῶσ ἕκαστα ἀνύτειν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 58 1:3)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 58 1:3)

  • διὸ τὴν τράπεζαν κυκλοειδῆ κατεσκευάσαντο καὶ τοὺσ τρίποδασ τοὺσ τοῖσ θεοῖσ καθαγιζομένουσ κυκλοτερεῖσ καὶ ἀστέρασ ἔχοντασ,7 καὶ φθόεισ, οὓσ καὶ καλοῦσι σελήνασ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 781)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 781)

  • φαίνεσθαι δὲ πλήθει μὲν ἀναρίθμουσ μεγέθει δ’ ὑπερφυεῖσ, οὐκ ἴσασ δὲ πάσασ ἀλλ’ ὁμοίωσ κυκλοτερεῖσ· (Plutarch, De genio Socratis, section 224)

    (플루타르코스, De genio Socratis, section 224)

  • "ἃσ γὰρ ἂν στρογγύλῳ στρογγύλῳ προσμῖξαν ἢ δέξηται τομὰσ ἢ παράσχῃ, πανταχόσε χωροῦσαι δι’ ὁμοιότητα γίγνονται κυκλοτερεῖσ; (Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 20 5:6)

    (플루타르코스, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 20 5:6)

  • ὁπλισμὸν δ’ ἔχουσι τῶν Τρωγλοδυτῶν οἱ μὲν ὀνομαζόμενοι Μεγάβαροι κυκλοτερεῖσ ὠμοβοΐνασ ἀσπίδασ καὶ ῥόπαλον τύλουσ ἔχον περισιδήρουσ, οἱ δὲ ἄλλοι τόξα καὶ λόγχασ. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 3, chapter 33 1:1)

    (디오도로스 시켈로스, Bibliotheca Historica, book 3, chapter 33 1:1)

유의어

  1. 둥근

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION