헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατακοινωνέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατακοινωνέω κατακοινωνήσω

형태분석: κατα (접두사) + κοινωνέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 만들다, 하다, 나누다, 공유하다, 제작하다
  1. to make, a partaker, to share, among themselves

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατακοινωνῶ

(나는) 만든다

κατακοινωνεῖς

(너는) 만든다

κατακοινωνεῖ

(그는) 만든다

쌍수 κατακοινωνεῖτον

(너희 둘은) 만든다

κατακοινωνεῖτον

(그 둘은) 만든다

복수 κατακοινωνοῦμεν

(우리는) 만든다

κατακοινωνεῖτε

(너희는) 만든다

κατακοινωνοῦσιν*

(그들은) 만든다

접속법단수 κατακοινωνῶ

(나는) 만들자

κατακοινωνῇς

(너는) 만들자

κατακοινωνῇ

(그는) 만들자

쌍수 κατακοινωνῆτον

(너희 둘은) 만들자

κατακοινωνῆτον

(그 둘은) 만들자

복수 κατακοινωνῶμεν

(우리는) 만들자

κατακοινωνῆτε

(너희는) 만들자

κατακοινωνῶσιν*

(그들은) 만들자

기원법단수 κατακοινωνοῖμι

(나는) 만들기를 (바라다)

κατακοινωνοῖς

(너는) 만들기를 (바라다)

κατακοινωνοῖ

(그는) 만들기를 (바라다)

쌍수 κατακοινωνοῖτον

(너희 둘은) 만들기를 (바라다)

κατακοινωνοίτην

(그 둘은) 만들기를 (바라다)

복수 κατακοινωνοῖμεν

(우리는) 만들기를 (바라다)

κατακοινωνοῖτε

(너희는) 만들기를 (바라다)

κατακοινωνοῖεν

(그들은) 만들기를 (바라다)

명령법단수 κατακοινώνει

(너는) 만들어라

κατακοινωνείτω

(그는) 만들어라

쌍수 κατακοινωνεῖτον

(너희 둘은) 만들어라

κατακοινωνείτων

(그 둘은) 만들어라

복수 κατακοινωνεῖτε

(너희는) 만들어라

κατακοινωνούντων, κατακοινωνείτωσαν

(그들은) 만들어라

부정사 κατακοινωνεῖν

만드는 것

분사 남성여성중성
κατακοινωνων

κατακοινωνουντος

κατακοινωνουσα

κατακοινωνουσης

κατακοινωνουν

κατακοινωνουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατακοινωνοῦμαι

(나는) 만들어진다

κατακοινωνεῖ, κατακοινωνῇ

(너는) 만들어진다

κατακοινωνεῖται

(그는) 만들어진다

쌍수 κατακοινωνεῖσθον

(너희 둘은) 만들어진다

κατακοινωνεῖσθον

(그 둘은) 만들어진다

복수 κατακοινωνούμεθα

(우리는) 만들어진다

κατακοινωνεῖσθε

(너희는) 만들어진다

κατακοινωνοῦνται

(그들은) 만들어진다

접속법단수 κατακοινωνῶμαι

(나는) 만들어지자

κατακοινωνῇ

(너는) 만들어지자

κατακοινωνῆται

(그는) 만들어지자

쌍수 κατακοινωνῆσθον

(너희 둘은) 만들어지자

κατακοινωνῆσθον

(그 둘은) 만들어지자

복수 κατακοινωνώμεθα

(우리는) 만들어지자

κατακοινωνῆσθε

(너희는) 만들어지자

κατακοινωνῶνται

(그들은) 만들어지자

기원법단수 κατακοινωνοίμην

(나는) 만들어지기를 (바라다)

κατακοινωνοῖο

(너는) 만들어지기를 (바라다)

κατακοινωνοῖτο

(그는) 만들어지기를 (바라다)

쌍수 κατακοινωνοῖσθον

(너희 둘은) 만들어지기를 (바라다)

κατακοινωνοίσθην

(그 둘은) 만들어지기를 (바라다)

복수 κατακοινωνοίμεθα

(우리는) 만들어지기를 (바라다)

κατακοινωνοῖσθε

(너희는) 만들어지기를 (바라다)

κατακοινωνοῖντο

(그들은) 만들어지기를 (바라다)

명령법단수 κατακοινωνοῦ

(너는) 만들어져라

κατακοινωνείσθω

(그는) 만들어져라

쌍수 κατακοινωνεῖσθον

(너희 둘은) 만들어져라

κατακοινωνείσθων

(그 둘은) 만들어져라

복수 κατακοινωνεῖσθε

(너희는) 만들어져라

κατακοινωνείσθων, κατακοινωνείσθωσαν

(그들은) 만들어져라

부정사 κατακοινωνεῖσθαι

만들어지는 것

분사 남성여성중성
κατακοινωνουμενος

κατακοινωνουμενου

κατακοινωνουμενη

κατακοινωνουμενης

κατακοινωνουμενον

κατακοινωνουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατακοινωνήσω

(나는) 만들겠다

κατακοινωνήσεις

(너는) 만들겠다

κατακοινωνήσει

(그는) 만들겠다

쌍수 κατακοινωνήσετον

(너희 둘은) 만들겠다

κατακοινωνήσετον

(그 둘은) 만들겠다

복수 κατακοινωνήσομεν

(우리는) 만들겠다

κατακοινωνήσετε

(너희는) 만들겠다

κατακοινωνήσουσιν*

(그들은) 만들겠다

기원법단수 κατακοινωνήσοιμι

(나는) 만들겠기를 (바라다)

κατακοινωνήσοις

(너는) 만들겠기를 (바라다)

κατακοινωνήσοι

(그는) 만들겠기를 (바라다)

쌍수 κατακοινωνήσοιτον

(너희 둘은) 만들겠기를 (바라다)

κατακοινωνησοίτην

(그 둘은) 만들겠기를 (바라다)

복수 κατακοινωνήσοιμεν

(우리는) 만들겠기를 (바라다)

κατακοινωνήσοιτε

(너희는) 만들겠기를 (바라다)

κατακοινωνήσοιεν

(그들은) 만들겠기를 (바라다)

부정사 κατακοινωνήσειν

만들 것

분사 남성여성중성
κατακοινωνησων

κατακοινωνησοντος

κατακοινωνησουσα

κατακοινωνησουσης

κατακοινωνησον

κατακοινωνησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατακοινωνήσομαι

(나는) 만들어지겠다

κατακοινωνήσει, κατακοινωνήσῃ

(너는) 만들어지겠다

κατακοινωνήσεται

(그는) 만들어지겠다

쌍수 κατακοινωνήσεσθον

(너희 둘은) 만들어지겠다

κατακοινωνήσεσθον

(그 둘은) 만들어지겠다

복수 κατακοινωνησόμεθα

(우리는) 만들어지겠다

κατακοινωνήσεσθε

(너희는) 만들어지겠다

κατακοινωνήσονται

(그들은) 만들어지겠다

기원법단수 κατακοινωνησοίμην

(나는) 만들어지겠기를 (바라다)

κατακοινωνήσοιο

(너는) 만들어지겠기를 (바라다)

κατακοινωνήσοιτο

(그는) 만들어지겠기를 (바라다)

쌍수 κατακοινωνήσοισθον

(너희 둘은) 만들어지겠기를 (바라다)

κατακοινωνησοίσθην

(그 둘은) 만들어지겠기를 (바라다)

복수 κατακοινωνησοίμεθα

(우리는) 만들어지겠기를 (바라다)

κατακοινωνήσοισθε

(너희는) 만들어지겠기를 (바라다)

κατακοινωνήσοιντο

(그들은) 만들어지겠기를 (바라다)

부정사 κατακοινωνήσεσθαι

만들어질 것

분사 남성여성중성
κατακοινωνησομενος

κατακοινωνησομενου

κατακοινωνησομενη

κατακοινωνησομενης

κατακοινωνησομενον

κατακοινωνησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεκοινώνουν

(나는) 만들고 있었다

κατεκοινώνεις

(너는) 만들고 있었다

κατεκοινώνειν*

(그는) 만들고 있었다

쌍수 κατεκοινωνεῖτον

(너희 둘은) 만들고 있었다

κατεκοινωνείτην

(그 둘은) 만들고 있었다

복수 κατεκοινωνοῦμεν

(우리는) 만들고 있었다

κατεκοινωνεῖτε

(너희는) 만들고 있었다

κατεκοινώνουν

(그들은) 만들고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεκοινωνούμην

(나는) 만들어지고 있었다

κατεκοινωνοῦ

(너는) 만들어지고 있었다

κατεκοινωνεῖτο

(그는) 만들어지고 있었다

쌍수 κατεκοινωνεῖσθον

(너희 둘은) 만들어지고 있었다

κατεκοινωνείσθην

(그 둘은) 만들어지고 있었다

복수 κατεκοινωνούμεθα

(우리는) 만들어지고 있었다

κατεκοινωνεῖσθε

(너희는) 만들어지고 있었다

κατεκοινωνοῦντο

(그들은) 만들어지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 만들다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION