Ancient Greek-English Dictionary Language

καλοποιέω

ε-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: καλοποιέω καλοποιήσω

Structure: καλοποιέ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to do good

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καλοποίω καλοποίεις καλοποίει
Dual καλοποίειτον καλοποίειτον
Plural καλοποίουμεν καλοποίειτε καλοποίουσιν*
SubjunctiveSingular καλοποίω καλοποίῃς καλοποίῃ
Dual καλοποίητον καλοποίητον
Plural καλοποίωμεν καλοποίητε καλοποίωσιν*
OptativeSingular καλοποίοιμι καλοποίοις καλοποίοι
Dual καλοποίοιτον καλοποιοίτην
Plural καλοποίοιμεν καλοποίοιτε καλοποίοιεν
ImperativeSingular καλοποῖει καλοποιεῖτω
Dual καλοποίειτον καλοποιεῖτων
Plural καλοποίειτε καλοποιοῦντων, καλοποιεῖτωσαν
Infinitive καλοποίειν
Participle MasculineFeminineNeuter
καλοποιων καλοποιουντος καλοποιουσα καλοποιουσης καλοποιουν καλοποιουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καλοποίουμαι καλοποίει, καλοποίῃ καλοποίειται
Dual καλοποίεισθον καλοποίεισθον
Plural καλοποιοῦμεθα καλοποίεισθε καλοποίουνται
SubjunctiveSingular καλοποίωμαι καλοποίῃ καλοποίηται
Dual καλοποίησθον καλοποίησθον
Plural καλοποιώμεθα καλοποίησθε καλοποίωνται
OptativeSingular καλοποιοίμην καλοποίοιο καλοποίοιτο
Dual καλοποίοισθον καλοποιοίσθην
Plural καλοποιοίμεθα καλοποίοισθε καλοποίοιντο
ImperativeSingular καλοποίου καλοποιεῖσθω
Dual καλοποίεισθον καλοποιεῖσθων
Plural καλοποίεισθε καλοποιεῖσθων, καλοποιεῖσθωσαν
Infinitive καλοποίεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
καλοποιουμενος καλοποιουμενου καλοποιουμενη καλοποιουμενης καλοποιουμενον καλοποιουμενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καλοποιήσω καλοποιήσεις καλοποιήσει
Dual καλοποιήσετον καλοποιήσετον
Plural καλοποιήσομεν καλοποιήσετε καλοποιήσουσιν*
OptativeSingular καλοποιήσοιμι καλοποιήσοις καλοποιήσοι
Dual καλοποιήσοιτον καλοποιησοίτην
Plural καλοποιήσοιμεν καλοποιήσοιτε καλοποιήσοιεν
Infinitive καλοποιήσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
καλοποιησων καλοποιησοντος καλοποιησουσα καλοποιησουσης καλοποιησον καλοποιησοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular καλοποιήσομαι καλοποιήσει, καλοποιήσῃ καλοποιήσεται
Dual καλοποιήσεσθον καλοποιήσεσθον
Plural καλοποιησόμεθα καλοποιήσεσθε καλοποιήσονται
OptativeSingular καλοποιησοίμην καλοποιήσοιο καλοποιήσοιτο
Dual καλοποιήσοισθον καλοποιησοίσθην
Plural καλοποιησοίμεθα καλοποιήσοισθε καλοποιήσοιντο
Infinitive καλοποιήσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
καλοποιησομενος καλοποιησομενου καλοποιησομενη καλοποιησομενης καλοποιησομενον καλοποιησομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to do good

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION