Ancient Greek-English Dictionary

γνωστικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: γνωστικός γνωστική γνωστικόν

Structure: γνωστικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: gignw/skw

Sense

  1. of or for knowing, cognitive

Examples

  • "φανερὸν δ’ ἂν γένοιτο, εἴ τισ ἑκάστην ἐξετάζοιτο τῶν ἐπιστημῶν, τίνοσ ἐστὶ θεωρητική δῆλον γὰρ ὅτι ἡ μὲν ἁρμονικὴ γενῶν τε τῶν τοῦ ἡρμοσμένου καὶ διαστημάτων καὶ συστημάτων καὶ φθόγγων καὶ τόνων καὶ μεταβολῶν συστηματικῶν ἐστι γνωστική· (Pseudo-Plutarch, De musica, section 331)
  • "ὅτι μὲν οὖν οὔθ’ ἡ ἁρμονικὴ οὔθ’ ἡ ῥυθμικὴ οὔτ’ ἄλλη οὐδεμία τῶν καθ’ ἓν μέροσ λεγομένων αὐτάρκησ αὐτὴ καθ’ αὑτὴν τοῦ ἤθουσ εἶναι καὶ γνωστικὴ καὶ τῶν ἄλλων κριτική, ἀρκέσει τὰ εἰρημένα. (Pseudo-Plutarch, De musica, section 3327)

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION