Ancient Greek-English Dictionary Language

εὐκαμπής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: εὐκαμπής εὐκαμπές

Structure: εὐκαμπη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: ka/mptw

Sense

  1. well-curved, curved
  2. easy to bend, flexible

Examples

  • ὑπὲρ γὰρ τὸν ἐξωτάτω κύκλον τῆσ οἰκουμένησ ἀτεχνῶσ οἱο͂ν ἐν τειχισμῷ πόλεωσ δεύτερον ἀγαγόντεσ ἕτερον εὐκαμπέστερόν τε καὶ εὐφυλακτότερον, ἐνταῦθα τείχη τε προὐβάλεσθε καὶ πόλεισ ἐφορίουσ ἐδείμασθε, ἄλλασ ἐν ἄλλοισ μέρεσι πληρώσαντεσ οἰκητόρων, τέχνασ τε ὑπουργοὺσ δόντεσ αὐτοῖσ καὶ τἄλλα κοσμήσαντεσ. (Aristides, Aelius, Orationes, 23:7)

Synonyms

  1. well-curved

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION