헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐνσημαίνομαι

비축약 동사; 이상동사 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐνσημαίνομαι ἐνσημανοῦμαι

형태분석: ἐνσημαίν (어간) + ομαι (인칭어미)

  1. 암시하다, 넌지시 비치다
  1. to intimate

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐνσημαίνομαι

(나는) 암시한다

ἐνσημαίνει, ἐνσημαίνῃ

(너는) 암시한다

ἐνσημαίνεται

(그는) 암시한다

쌍수 ἐνσημαίνεσθον

(너희 둘은) 암시한다

ἐνσημαίνεσθον

(그 둘은) 암시한다

복수 ἐνσημαινόμεθα

(우리는) 암시한다

ἐνσημαίνεσθε

(너희는) 암시한다

ἐνσημαίνονται

(그들은) 암시한다

접속법단수 ἐνσημαίνωμαι

(나는) 암시하자

ἐνσημαίνῃ

(너는) 암시하자

ἐνσημαίνηται

(그는) 암시하자

쌍수 ἐνσημαίνησθον

(너희 둘은) 암시하자

ἐνσημαίνησθον

(그 둘은) 암시하자

복수 ἐνσημαινώμεθα

(우리는) 암시하자

ἐνσημαίνησθε

(너희는) 암시하자

ἐνσημαίνωνται

(그들은) 암시하자

기원법단수 ἐνσημαινοίμην

(나는) 암시하기를 (바라다)

ἐνσημαίνοιο

(너는) 암시하기를 (바라다)

ἐνσημαίνοιτο

(그는) 암시하기를 (바라다)

쌍수 ἐνσημαίνοισθον

(너희 둘은) 암시하기를 (바라다)

ἐνσημαινοίσθην

(그 둘은) 암시하기를 (바라다)

복수 ἐνσημαινοίμεθα

(우리는) 암시하기를 (바라다)

ἐνσημαίνοισθε

(너희는) 암시하기를 (바라다)

ἐνσημαίνοιντο

(그들은) 암시하기를 (바라다)

명령법단수 ἐνσημαίνου

(너는) 암시해라

ἐνσημαινέσθω

(그는) 암시해라

쌍수 ἐνσημαίνεσθον

(너희 둘은) 암시해라

ἐνσημαινέσθων

(그 둘은) 암시해라

복수 ἐνσημαίνεσθε

(너희는) 암시해라

ἐνσημαινέσθων, ἐνσημαινέσθωσαν

(그들은) 암시해라

부정사 ἐνσημαίνεσθαι

암시하는 것

분사 남성여성중성
ἐνσημαινομενος

ἐνσημαινομενου

ἐνσημαινομενη

ἐνσημαινομενης

ἐνσημαινομενον

ἐνσημαινομενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐνσημανοῦμαι

(나는) 암시하겠다

ἐνσημανεῖ, ἐνσημανῇ

(너는) 암시하겠다

ἐνσημανεῖται

(그는) 암시하겠다

쌍수 ἐνσημανεῖσθον

(너희 둘은) 암시하겠다

ἐνσημανεῖσθον

(그 둘은) 암시하겠다

복수 ἐνσημανούμεθα

(우리는) 암시하겠다

ἐνσημανεῖσθε

(너희는) 암시하겠다

ἐνσημανοῦνται

(그들은) 암시하겠다

기원법단수 ἐνσημανοίμην

(나는) 암시하겠기를 (바라다)

ἐνσημανοῖο

(너는) 암시하겠기를 (바라다)

ἐνσημανοῖτο

(그는) 암시하겠기를 (바라다)

쌍수 ἐνσημανοῖσθον

(너희 둘은) 암시하겠기를 (바라다)

ἐνσημανοίσθην

(그 둘은) 암시하겠기를 (바라다)

복수 ἐνσημανοίμεθα

(우리는) 암시하겠기를 (바라다)

ἐνσημανοῖσθε

(너희는) 암시하겠기를 (바라다)

ἐνσημανοῖντο

(그들은) 암시하겠기를 (바라다)

부정사 ἐνσημανεῖσθαι

암시할 것

분사 남성여성중성
ἐνσημανουμενος

ἐνσημανουμενου

ἐνσημανουμενη

ἐνσημανουμενης

ἐνσημανουμενον

ἐνσημανουμενου

미완료(Imperfect) 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἠνσημαινόμην

(나는) 암시하고 있었다

ἠνσημαίνου

(너는) 암시하고 있었다

ἠνσημαίνετο

(그는) 암시하고 있었다

쌍수 ἠνσημαίνεσθον

(너희 둘은) 암시하고 있었다

ἠνσημαινέσθην

(그 둘은) 암시하고 있었다

복수 ἠνσημαινόμεθα

(우리는) 암시하고 있었다

ἠνσημαίνεσθε

(너희는) 암시하고 있었다

ἠνσημαίνοντο

(그들은) 암시하고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἔστι δὲ τῆσ ἰδιότητοσ τοῦ ἀνδρὸσ καὶ πάντων τῶν ἀφελῶν παρέχεσθαι, ὡσ ἔνι μάλιστα, καὶ χρηστὸν τὸ ἦθοσ, μὴ μέντοι ἐνσημαίνεσθαι τοῦτο αὐτὸ καθ’ αὑτό. (Aristides, Aelius, Ars Rhetorica, , 9:1)

    (아리스티데스, 아일리오스, Ars Rhetorica, , 9:1)

  • ὥστε θαυμάζειν οὐκ ἄξιον, εἰ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νοηθὲν ὑπὸ τῶν ἀμεινόνων ὁ ἀὴρ τρεπόμενοσ δι’ εὐπάθειαν ἐνσημαίνεται τοῖσ θείοισ καὶ περιττοῖσ ἀνδράσι τὸν τοῦ νοήσαντοσ λόγον. (Plutarch, De genio Socratis, section 20 22:1)

    (플루타르코스, De genio Socratis, section 20 22:1)

  • ὅτι οὖν ἀγαστὸσ κατὰ τὴν ἐπιμονὴν οὗτοσ ὁ ἀνὴρ ἐνσημαίνει τὸ ὄνομα ὁ "Ἀγαμέμνων. (Plato, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 71:6)

    (플라톤, Cratylus, Theaetetus, Sophist, Statesman, 71:6)

  • ἐνσημαίνῃ δὲ καὶ τῆσ ἡγεμονίασ με ἐπιθυμεῖν, οὐκ ἐπιθυμοῦντα μέν, οὐκ ἀπάξιον δὲ ἡγούμενον εἶναι, καὶ ἄχθεσθαι μὴ τυχόντα τῶν διαθηκῶν τῶν Καίσαροσ, ὁμολογῶν μοι καὶ τὸ τῶν Ἡρακλειδῶν γένοσ ἀρκεῖν. (Appian, The Civil Wars, book 3, chapter 2 11:6)

    (아피아노스, The Civil Wars, book 3, chapter 2 11:6)

유의어

  1. 암시하다

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION