헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἐνοικουρέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἐνοικουρέω ἐνοικουρήσω

형태분석: ἐν (접두사) + οἰκουρέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to keep house, dwell in

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐνοικούρω

ἐνοικούρεις

ἐνοικούρει

쌍수 ἐνοικούρειτον

ἐνοικούρειτον

복수 ἐνοικούρουμεν

ἐνοικούρειτε

ἐνοικούρουσιν*

접속법단수 ἐνοικούρω

ἐνοικούρῃς

ἐνοικούρῃ

쌍수 ἐνοικούρητον

ἐνοικούρητον

복수 ἐνοικούρωμεν

ἐνοικούρητε

ἐνοικούρωσιν*

기원법단수 ἐνοικούροιμι

ἐνοικούροις

ἐνοικούροι

쌍수 ἐνοικούροιτον

ἐνοικουροίτην

복수 ἐνοικούροιμεν

ἐνοικούροιτε

ἐνοικούροιεν

명령법단수 ἐνοικοῦρει

ἐνοικουρεῖτω

쌍수 ἐνοικούρειτον

ἐνοικουρεῖτων

복수 ἐνοικούρειτε

ἐνοικουροῦντων, ἐνοικουρεῖτωσαν

부정사 ἐνοικούρειν

분사 남성여성중성
ἐνοικουρων

ἐνοικουρουντος

ἐνοικουρουσα

ἐνοικουρουσης

ἐνοικουρουν

ἐνοικουρουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐνοικούρουμαι

ἐνοικούρει, ἐνοικούρῃ

ἐνοικούρειται

쌍수 ἐνοικούρεισθον

ἐνοικούρεισθον

복수 ἐνοικουροῦμεθα

ἐνοικούρεισθε

ἐνοικούρουνται

접속법단수 ἐνοικούρωμαι

ἐνοικούρῃ

ἐνοικούρηται

쌍수 ἐνοικούρησθον

ἐνοικούρησθον

복수 ἐνοικουρώμεθα

ἐνοικούρησθε

ἐνοικούρωνται

기원법단수 ἐνοικουροίμην

ἐνοικούροιο

ἐνοικούροιτο

쌍수 ἐνοικούροισθον

ἐνοικουροίσθην

복수 ἐνοικουροίμεθα

ἐνοικούροισθε

ἐνοικούροιντο

명령법단수 ἐνοικούρου

ἐνοικουρεῖσθω

쌍수 ἐνοικούρεισθον

ἐνοικουρεῖσθων

복수 ἐνοικούρεισθε

ἐνοικουρεῖσθων, ἐνοικουρεῖσθωσαν

부정사 ἐνοικούρεισθαι

분사 남성여성중성
ἐνοικουρουμενος

ἐνοικουρουμενου

ἐνοικουρουμενη

ἐνοικουρουμενης

ἐνοικουρουμενον

ἐνοικουρουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION