Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐνδυτός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἐνδυτός ἐνδυτόν

Structure: ἐνδυτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from e)ndu/w

Sense

  1. put on
  2. a garment, dress, one's
  3. clad in, covered with

Examples

  • ἡδὺσ ἐν ὄρεσιν, ὅταν ἐκ θιάσων δρομαί‐ ων πέσῃ πεδόσε, νε‐ βρίδοσ ἔχων ἱερὸν ἐνδυτόν, ἀγρεύων αἷμα τραγοκτόνον, ὠμοφάγον χάριν, ἱέμε‐ νοσ ἐσ ὄρεα Φρύγια, Λύδι’, ὁ δ’ ἔξαρχοσ Βρόμιοσ, εὐοἷ. (Euripides, choral, epode1)
  • στέμμασί γ’ ἐνδυτόν, ἀμφὶ δὲ Γοργόνεσ. (Euripides, Ion, choral, antistrophe 27)
  • φοινικοβάπτοισ ἐνδυτοῖσ ἐσθήμασι τιμᾶτε, καὶ τὸ φέγγοσ ὁρμάσθω πυρόσ, ὅπωσ ἂν εὔφρων ἥδ’ ὁμιλία χθονὸσ τὸ λοιπὸν εὐάνδροισι συμφοραῖσ πρέπῃ. (Aeschylus, Eumenides, episode 1:1)
  • σχῆμα μὲν οὖν ἐνδυτοῦ θώρακοσ εἶχεν, δύο δ’ αὐτὴν ἐνεπόρπων ἀσπιδίσκαι χρυσαῖ, κατεκέκλειντο δ’ ἐν ταύταισ κάλλιστοί τε καὶ μέγιστοι σαρδόνυχεσ, τοὺσ ἐπωνύμουσ τῶν τοῦ ἔθνουσ φυλῶν ἐπιγεγραμμέναι. (Flavius Josephus, De bello Judaico libri vii, 265:2)

Synonyms

  1. put on

  2. clad in

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION