- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

ἔφοδος?

Second declension Noun; Feminine 자동번역 Transliteration: ephodos

Principal Part: ἔφοδος

Sense

  1. a way towards, approach, access for traffic and intercourse, communication
  2. importation
  3. an onset, attack, assault

Examples

  • καὶ ἐπολέμησαν πρὸς τὸν Βακχίδην, καὶ συνετρίβη ὑπ᾿ αὐτῶν. καὶ ἔθλιβον αὐτὸν σφόδρα, ὅτι ἦν ἡ βουλὴ αὐτοῦ καὶ ἡ ἔφοδος αὐτοῦ κενή. (Septuagint, Liber Maccabees I 9:68)
  • τὰς δὲ προσούσας δυσκολίας, "ἐὰν μὴ μανιῶν ἢ γηρῶν ἢ γυναικὶ πιθόμενος," ἀφεῖλον ὅπως μὴ ᾖ τοῖς συκοφάνταις ἔφοδος: (Aristotle, Athenian Constitution, work Ath. Pol., chapter 35 2:2)
  • "ἥ τε μετὰ σιγῆς ἐπ αὐτὴν διὰ τῆς ὀνομαζομένης Δολωνίας ἔφοδος, μὴ αἰόλα δὲ τὸν ἀμφιθαλῆ κόρον ἡμμέναις δᾳσὶν ἄγουσι, καὶ προσβαλόντες τὸ πῦρ τῇ καλιάδι καὶ τὴν τράπεζαν ἀνατρέψαντες ἀνεπιστρεπτὶ φεύγουσι διὰ τῶν θυρῶν τοῦ ἱεροῦ : (Plutarch, De defectu oraculorum, section 15 4:4)
  • "ἡ δ ἀπὸ τῶν στοιχείων ἔφοδος, ἣν αὐτὸς ὑπῃνίξατο, πάντῃ δύσληπτός ἐστι καὶ μηδὲν ὑποφαίνουσα τῆς ἐκεῖνον ἐπεσπασμένης πιθανότητος εἰπεῖν, ὡς εἰκός ἐστι πέντε σωμάτων ἰσογωνίων καὶ ἰσοπλεύρων καὶ περιεχομένων ἴσοις ἐπιπέδοις, ἐγγενομένων τῇ ὕλῃ, τοσούτους εὐθὺς ἐξ αὐτῶν ἀποτελεσθῆναι κόσμους. (Plutarch, De defectu oraculorum, section 314)
  • μετ οὐ πολὺ δὲ πάλιν τῶν δημάρχων τὸν ὑπὲρ τοῦ νόμου εἰσφερόντων λόγον αἰφνιδίως τις ἀπαγγελεῖσα πολεμίων ἔφοδος ἐπὶ τὴν τῶν Τυσκλάνων πόλιν, αἰτία κωλύσεως ἀποχρῶσα ἐγένετο. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 10, chapter 43 1:1)

Synonyms

  1. importation

  2. an onset

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION