Ancient Greek-English Dictionary Language

δουπέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: δουπέω

Structure: δουπέ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: e)gdou/phsa (as if from gdoupe/w)

Sense

  1. to sound heavy or dead, with a thud he fell, falls with heavy sound

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular δούπω δούπεις δούπει
Dual δούπειτον δούπειτον
Plural δούπουμεν δούπειτε δούπουσιν*
SubjunctiveSingular δούπω δούπῃς δούπῃ
Dual δούπητον δούπητον
Plural δούπωμεν δούπητε δούπωσιν*
OptativeSingular δούποιμι δούποις δούποι
Dual δούποιτον δουποίτην
Plural δούποιμεν δούποιτε δούποιεν
ImperativeSingular δοῦπει δουπεῖτω
Dual δούπειτον δουπεῖτων
Plural δούπειτε δουποῦντων, δουπεῖτωσαν
Infinitive δούπειν
Participle MasculineFeminineNeuter
δουπων δουπουντος δουπουσα δουπουσης δουπουν δουπουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular δούπουμαι δούπει, δούπῃ δούπειται
Dual δούπεισθον δούπεισθον
Plural δουποῦμεθα δούπεισθε δούπουνται
SubjunctiveSingular δούπωμαι δούπῃ δούπηται
Dual δούπησθον δούπησθον
Plural δουπώμεθα δούπησθε δούπωνται
OptativeSingular δουποίμην δούποιο δούποιτο
Dual δούποισθον δουποίσθην
Plural δουποίμεθα δούποισθε δούποιντο
ImperativeSingular δούπου δουπεῖσθω
Dual δούπεισθον δουπεῖσθων
Plural δούπεισθε δουπεῖσθων, δουπεῖσθωσαν
Infinitive δούπεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
δουπουμενος δουπουμενου δουπουμενη δουπουμενης δουπουμενον δουπουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to sound heavy or dead

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION