헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διψαλέος

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διψαλέος διψαλέη διψαλέον

형태분석: διψαλε (어간) + ος (어미)

어원: = di/yios

  1. 목마른, 시든
  1. thirsty

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 διψαλέος

목마른 (이)가

διψαλέ́ᾱ

목마른 (이)가

διψαλέον

목마른 (것)가

속격 διψαλέου

목마른 (이)의

διψαλέ́ᾱς

목마른 (이)의

διψαλέου

목마른 (것)의

여격 διψαλέῳ

목마른 (이)에게

διψαλέ́ᾱͅ

목마른 (이)에게

διψαλέῳ

목마른 (것)에게

대격 διψαλέον

목마른 (이)를

διψαλέ́ᾱν

목마른 (이)를

διψαλέον

목마른 (것)를

호격 διψαλέε

목마른 (이)야

διψαλέ́ᾱ

목마른 (이)야

διψαλέον

목마른 (것)야

쌍수주/대/호 διψαλέω

목마른 (이)들이

διψαλέ́ᾱ

목마른 (이)들이

διψαλέω

목마른 (것)들이

속/여 διψαλέοιν

목마른 (이)들의

διψαλέ́αιν

목마른 (이)들의

διψαλέοιν

목마른 (것)들의

복수주격 διψαλέοι

목마른 (이)들이

διψαλέ́αι

목마른 (이)들이

διψαλέα

목마른 (것)들이

속격 διψαλέων

목마른 (이)들의

διψαλέῶν

목마른 (이)들의

διψαλέων

목마른 (것)들의

여격 διψαλέοις

목마른 (이)들에게

διψαλέ́αις

목마른 (이)들에게

διψαλέοις

목마른 (것)들에게

대격 διψαλέους

목마른 (이)들을

διψαλέ́ᾱς

목마른 (이)들을

διψαλέα

목마른 (것)들을

호격 διψαλέοι

목마른 (이)들아

διψαλέ́αι

목마른 (이)들아

διψαλέα

목마른 (것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐπεὶ δὲ ὁ κακοδαίμων ἐπὶ τὰσ τῆσ Ἀκαδημείασ θύρασ ἐκώμασεν, ὥσπερ ἐπὶ πάντασ εἰώθει, ἀνδραποδισαμένη αὐτὸν καὶ ἀπὸ τῶν χειρῶν τῆσ Μέθησ ἁρπάσασα μετὰ βίασ καὶ πρὸσ αὑτὴν ἀγαγοῦσα ὑδροποτεῖν τε κατηνάγκασεν καὶ νήφειν μετεδίδαξεν καὶ τοὺσ στεφάνουσ περιέσπασεν καὶ δέον πίνειν κατακείμενον, ῥημάτια σκολιὰ καὶ δύστηνα καὶ πολλῆσ φροντίδοσ ἀνάμεστα ἐπαίδευσεν ὥστε ἀντὶ τοῦ τέωσ ἐπανθοῦντοσ αὐτῷ ἐρυθήματοσ ὠχρὸσ ὁ ^ ἄθλιοσ καὶ ῥικνὸσ τὸ σῶμα γεγένηται, καὶ τὰσ ᾠδὰσ ἁπάσασ ἀπομαθὼν ἄσιτοσ ἐνίοτε καὶ διψαλέοσ εἰσ μέσην ἑσπέραν κάθηται ληρῶν ὁποῖα πολλὰ ἡ Ἀκαδήμεια ἐγὼ ληρεῖν διδάσκω. (Lucian, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 16:5)

    (루키아노스, Bis accusatus sive tribunalia, (no name) 16:5)

  • καὶ προσέτι γε καὶ κατεγέλασ αὐτῶν φειδομένων καὶ φυλαττόντων καὶ τὸ καινότατον αὑτοὺσ ζηλοτυπούντων, ἀγνοούντων δὲ ὡσ κατάρατοσ οἰκέτησ ἢ οἰκονόμοσ πεδότριψ ὑπεισιὼν λαθραίωσ ἐμπαροινήσει, τὸν κακοδαίμονα καὶ ἀνέραστον δεσπότην πρὸσ ἀμαυρόν τι καὶ μικρόστομον λυχνίδιον καὶ διψαλέον θρυαλλίδιον ἐπαγρυπνεῖν ἐάσασ τοῖσ τόκοισ. (Lucian, Timon, (no name) 14:1)

    (루키아노스, Timon, (no name) 14:1)

  • τοίουσ καὶ προτέρησ ἐξ ἰλύοσ ἐβλάστησε χθὼν αὐτὴ μικτοῖσιν ἀρηρεμένουσ μελέεσσιν, οὔπω διψαλέῳ μάλ’ ὑπ’ ἠέρι πιληθεῖσα, οὐδέ πω ἀζαλέοιο βολαῖσ τόσον ἠελίοιο ἰκμάδασ αἰνυμένη· (Apollodorus, Argonautica, book 4 11:32)

    (아폴로도로스, 아르고나우티카, book 4 11:32)

  • ἐπὴν οὖν λυθῇ τῆσ φύσιοσ τὰ δεσμὰ, τόδε ἐστὶ ἡ συγκοπὴ, τότε ἱδρὼσ ἄσχετοσ πάντη τοῦ σώματοσ, ἀναπνοὴ ψυχρὴ, ἀτμὸσ ἀνὰ Ῥῖνασ πουλὺσ, ἄδιψοι, ἐξήρανται γὰρ τά τ’ ἄλλα, ἀτὰρ καὶ τὰ ἄλλα διψαλέα ὄργανα, στόμα, στόμαχοσ· οὖρα λεπτὰ, ὑδατώδεα· κοιλίη τὰ πολλὰ μὲν ξηρὴ, ἔστι δὲ καὶ οἷσι ὑποφέρει βραχέα χολώδεα, πουλὺσ πλάδοσ, διαρρέει δὲ καὶ τὰ ὀστέα λυόμενα · καὶ ἀπὸ πάντων ὡσ ἐν ποταμῷ ἐσ τὰ ἔξω ἡ φορή. (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 115)

    (아레타이오스, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 115)

  • Ὁκόσοι δὲ ἢ αἱμορραγίῃ , ἢ κοιλίησ ταράχῳ πολλοῖσι χολώδεσι, ἢ οὔροισι ἀκρήτοισι συχνοῖσι τὸν ὄλεθρον διηλλάξαντο, τουτέοισι δὲ μετὰ τρεῖσ ἑβδομάδασ ἐσ ἀπόστασιν πύου τὸ ἧπαρ τρέπεται · ἢν δὲ ἔτι πολλὸν ὑπερβάλλῃ χρόνον ἄνευ ἀποστάσιοσ, ἐσ ὕδρωπα ἄφυκτον τελευτᾷ · διψαλέοι, βραχυπόται , ξηροὶ τὸ σκῆνοσ, ἀλιπέεσ . (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 161)

    (아레타이오스, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 161)

  • σβέννυντο δὲ πηγαὶ καὶ ποταμὸσ κεκόνιστο, καὶ ἦν ἔτι διψαλέοσ θήρ. (Unknown, Greek Anthology, Volume III, book 9, chapter 1282)

    (작자 미상, Greek Anthology, Volume III, book 9, chapter 1282)

유의어

  1. 목마른

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION