- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

δίθρονος?

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: dithronos 고전 발음: [로노] 신약 발음: [로노]

기본형: δίθρονος δίθρονον

형태분석: διθρον (어간) + ος (어미)

  1. two-throned, the two-throned

곡용 정보

1/2군 변화
남/여성 중성
단수주격 δίθρονος

(이)가

δίθρονον

(것)가

속격 διθρόνου

(이)의

διθρόνου

(것)의

여격 διθρόνῳ

(이)에게

διθρόνῳ

(것)에게

대격 δίθρονον

(이)를

δίθρονον

(것)를

호격 δίθρονε

(이)야

δίθρονον

(것)야

쌍수주/대/호 διθρόνω

(이)들이

διθρόνω

(것)들이

속/여 διθρόνοιν

(이)들의

διθρόνοιν

(것)들의

복수주격 δίθρονοι

(이)들이

δίθρονα

(것)들이

속격 διθρόνων

(이)들의

διθρόνων

(것)들의

여격 διθρόνοις

(이)들에게

διθρόνοις

(것)들에게

대격 διθρόνους

(이)들을

δίθρονα

(것)들을

호격 δίθρονοι

(이)들아

δίθρονα

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ὅπως Ἀχαιῶν δίθρονον κράτος, Ἑλλάδος ἥβας, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, Σφίγγα δυσαμεριᾶν πρύτανιν κύνα, πέμπει, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, σὺν δορὶ καὶ χερὶ πράκτορι θούριος ὄρνις, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, κυρεῖν παρασχὼν ἰταμαῖς κυσὶν ἀεροφοίτοις, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ, τὸ συγκλινές τ ἐπ Αἰάντι, τοφλαττοθρατ τοφλαττοθρατ. (Aristophanes, Frogs, Lyric-Scene, lyric1)

    (아리스토파네스, Frogs, Lyric-Scene, lyric1)

  • δέκατον μὲν ἔτος τόδ ἐπεὶ Πριάμου μέγας ἀντίδικος, Μενέλαος ἄναξ ἠδ Ἀγαμέμνων, διθρόνου Διόθεν καὶ δισκήπτρου τιμῆς ὀχυρὸν ζεῦγος Ἀτρειδᾶν στόλον Ἀργείων χιλιοναύτην, τῆσδ ἀπὸ χώρας ἦραν, στρατιῶτιν ἀρωγὰν, μέγαν ἐκ θυμοῦ κλάζοντες Ἄρη τρόπον αἰγυπιῶν, οἵτ ἐκπατίοις ἄλγεσι παίδων ὕπατοι λεχέων στροφοδινοῦνται πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρεσσόμενοι, δεμνιοτήρη πόνον ὀρταλίχων ὀλέσαντες: (Aeschylus, Agamemnon, episode, anapests1)

    (아이스킬로스, 아가멤논, episode, anapests1)

  • ὅπως Ἀχαι- ῶν δίθρονον κράτος, Ἑλλάδος ἥβας ξύμφρονα ταγάν, πέμπει σὺν δορὶ καὶ χερὶ πράκτορι θούριος ὄρνις Τευκρίδ ἐπ αἰᾶν, οἰωνῶν βασιλεὺς βασιλεῦσι νε- ῶν ὁ κελαινός, ὅ τ ἐξόπιν ἀργᾶς, φανέντες ἴ- κταρ μελάθρων χερὸς ἐκ δοριπάλτου παμπρέπτοις ἐν ἕδραισιν, βοσκόμενοι λαγίναν, ἐρικύμονα φέρματι γένναν, βλαβέντα λοισθίων δρόμων. (Aeschylus, Agamemnon, choral, strophe 13)

    (아이스킬로스, 아가멤논, choral, strophe 13)

유의어

  1. two-throned

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION