- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διατιμάω?

α 축약 동사; 로마알파벳 전사: diatimaō 고전 발음: [디아띠마오:] 신약 발음: [디아띠마오]

기본형: διατιμάω διατιμήσω

형태분석: δι (접두사) + ἀτιμά (어간) + ω (인칭어미)

  1. to continue to dishonour

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διατιμῶ

διατιμᾷς

διατιμᾷ

쌍수 διατιμᾶτον

διατιμᾶτον

복수 διατιμῶμεν

διατιμᾶτε

διατιμῶσι(ν)

접속법단수 διατιμῶ

διατιμῇς

διατιμῇ

쌍수 διατιμῆτον

διατιμῆτον

복수 διατιμῶμεν

διατιμῆτε

διατιμῶσι(ν)

기원법단수 διατιμῷμι

διατιμῷς

διατιμῷ

쌍수 διατιμῷτον

διατιμῴτην

복수 διατιμῷμεν

διατιμῷτε

διατιμῷεν

명령법단수 διατίμα

διατιμάτω

쌍수 διατιμᾶτον

διατιμάτων

복수 διατιμᾶτε

διατιμώντων, διατιμάτωσαν

부정사 διατιμᾶν

분사 남성여성중성
διατιμων

διατιμωντος

διατιμωσα

διατιμωσης

διατιμων

διατιμωντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διατιμῶμαι

διατιμᾷ

διατιμᾶται

쌍수 διατιμᾶσθον

διατιμᾶσθον

복수 διατιμώμεθα

διατιμᾶσθε

διατιμῶνται

접속법단수 διατιμῶμαι

διατιμῇ

διατιμῆται

쌍수 διατιμῆσθον

διατιμῆσθον

복수 διατιμώμεθα

διατιμῆσθε

διατιμῶνται

기원법단수 διατιμῴμην

διατιμῷο

διατιμῷτο

쌍수 διατιμῷσθον

διατιμῴσθην

복수 διατιμῴμεθα

διατιμῷσθε

διατιμῷντο

명령법단수 διατιμῶ

διατιμάσθω

쌍수 διατιμᾶσθον

διατιμάσθων

복수 διατιμᾶσθε

διατιμάσθων, διατιμάσθωσαν

부정사 διατιμᾶσθαι

분사 남성여성중성
διατιμωμενος

διατιμωμενου

διατιμωμενη

διατιμωμενης

διατιμωμενον

διατιμωμενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to continue to dishonour

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION