Ancient Greek-English Dictionary Language

διασμήχω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: διασμήχω διεσμήχθην

Structure: δια (Prefix) + σμήχ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to rub well

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διασμήχω διασμήχεις διασμήχει
Dual διασμήχετον διασμήχετον
Plural διασμήχομεν διασμήχετε διασμήχουσιν*
SubjunctiveSingular διασμήχω διασμήχῃς διασμήχῃ
Dual διασμήχητον διασμήχητον
Plural διασμήχωμεν διασμήχητε διασμήχωσιν*
OptativeSingular διασμήχοιμι διασμήχοις διασμήχοι
Dual διασμήχοιτον διασμηχοίτην
Plural διασμήχοιμεν διασμήχοιτε διασμήχοιεν
ImperativeSingular διασμήχε διασμηχέτω
Dual διασμήχετον διασμηχέτων
Plural διασμήχετε διασμηχόντων, διασμηχέτωσαν
Infinitive διασμήχειν
Participle MasculineFeminineNeuter
διασμηχων διασμηχοντος διασμηχουσα διασμηχουσης διασμηχον διασμηχοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διασμήχομαι διασμήχει, διασμήχῃ διασμήχεται
Dual διασμήχεσθον διασμήχεσθον
Plural διασμηχόμεθα διασμήχεσθε διασμήχονται
SubjunctiveSingular διασμήχωμαι διασμήχῃ διασμήχηται
Dual διασμήχησθον διασμήχησθον
Plural διασμηχώμεθα διασμήχησθε διασμήχωνται
OptativeSingular διασμηχοίμην διασμήχοιο διασμήχοιτο
Dual διασμήχοισθον διασμηχοίσθην
Plural διασμηχοίμεθα διασμήχοισθε διασμήχοιντο
ImperativeSingular διασμήχου διασμηχέσθω
Dual διασμήχεσθον διασμηχέσθων
Plural διασμήχεσθε διασμηχέσθων, διασμηχέσθωσαν
Infinitive διασμήχεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διασμηχομενος διασμηχομενου διασμηχομενη διασμηχομενης διασμηχομενον διασμηχομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to rub well

Derived

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION