Ancient Greek-English Dictionary Language

διασκέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: διασκέω διασκήσω

Structure: δι (Prefix) + ἀσκέ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to deck out

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διάσκω διάσκεις διάσκει
Dual διάσκειτον διάσκειτον
Plural διάσκουμεν διάσκειτε διάσκουσιν*
SubjunctiveSingular διάσκω διάσκῃς διάσκῃ
Dual διάσκητον διάσκητον
Plural διάσκωμεν διάσκητε διάσκωσιν*
OptativeSingular διάσκοιμι διάσκοις διάσκοι
Dual διάσκοιτον διασκοίτην
Plural διάσκοιμεν διάσκοιτε διάσκοιεν
ImperativeSingular διᾶσκει διασκεῖτω
Dual διάσκειτον διασκεῖτων
Plural διάσκειτε διασκοῦντων, διασκεῖτωσαν
Infinitive διάσκειν
Participle MasculineFeminineNeuter
διασκων διασκουντος διασκουσα διασκουσης διασκουν διασκουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διάσκουμαι διάσκει, διάσκῃ διάσκειται
Dual διάσκεισθον διάσκεισθον
Plural διασκοῦμεθα διάσκεισθε διάσκουνται
SubjunctiveSingular διάσκωμαι διάσκῃ διάσκηται
Dual διάσκησθον διάσκησθον
Plural διασκώμεθα διάσκησθε διάσκωνται
OptativeSingular διασκοίμην διάσκοιο διάσκοιτο
Dual διάσκοισθον διασκοίσθην
Plural διασκοίμεθα διάσκοισθε διάσκοιντο
ImperativeSingular διάσκου διασκεῖσθω
Dual διάσκεισθον διασκεῖσθων
Plural διάσκεισθε διασκεῖσθων, διασκεῖσθωσαν
Infinitive διάσκεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διασκουμενος διασκουμενου διασκουμενη διασκουμενης διασκουμενον διασκουμενου

Future tense

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to deck out

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION