헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαθρύπτω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαθρύπτω διαθρύψω

형태분석: δια (접두사) + θρύπτ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 떨다, 조각내다, 부수다, 깨뜨리다
  2. 무기력하게 하다, 약화시키다, 힘을 약화시키다
  1. to break in sunder, break in pieces, shiver
  2. to enervate, pamper, make weak and womanish, to be enervated, pampered
  3. to give oneself airs, is beginning her airs

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαθρύπτω

(나는) 떤다

διαθρύπτεις

(너는) 떤다

διαθρύπτει

(그는) 떤다

쌍수 διαθρύπτετον

(너희 둘은) 떤다

διαθρύπτετον

(그 둘은) 떤다

복수 διαθρύπτομεν

(우리는) 떤다

διαθρύπτετε

(너희는) 떤다

διαθρύπτουσιν*

(그들은) 떤다

접속법단수 διαθρύπτω

(나는) 떨자

διαθρύπτῃς

(너는) 떨자

διαθρύπτῃ

(그는) 떨자

쌍수 διαθρύπτητον

(너희 둘은) 떨자

διαθρύπτητον

(그 둘은) 떨자

복수 διαθρύπτωμεν

(우리는) 떨자

διαθρύπτητε

(너희는) 떨자

διαθρύπτωσιν*

(그들은) 떨자

기원법단수 διαθρύπτοιμι

(나는) 떨기를 (바라다)

διαθρύπτοις

(너는) 떨기를 (바라다)

διαθρύπτοι

(그는) 떨기를 (바라다)

쌍수 διαθρύπτοιτον

(너희 둘은) 떨기를 (바라다)

διαθρυπτοίτην

(그 둘은) 떨기를 (바라다)

복수 διαθρύπτοιμεν

(우리는) 떨기를 (바라다)

διαθρύπτοιτε

(너희는) 떨기를 (바라다)

διαθρύπτοιεν

(그들은) 떨기를 (바라다)

명령법단수 διαθρύπτε

(너는) 떨어라

διαθρυπτέτω

(그는) 떨어라

쌍수 διαθρύπτετον

(너희 둘은) 떨어라

διαθρυπτέτων

(그 둘은) 떨어라

복수 διαθρύπτετε

(너희는) 떨어라

διαθρυπτόντων, διαθρυπτέτωσαν

(그들은) 떨어라

부정사 διαθρύπτειν

떠는 것

분사 남성여성중성
διαθρυπτων

διαθρυπτοντος

διαθρυπτουσα

διαθρυπτουσης

διαθρυπτον

διαθρυπτοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαθρύπτομαι

(나는) 떨려진다

διαθρύπτει, διαθρύπτῃ

(너는) 떨려진다

διαθρύπτεται

(그는) 떨려진다

쌍수 διαθρύπτεσθον

(너희 둘은) 떨려진다

διαθρύπτεσθον

(그 둘은) 떨려진다

복수 διαθρυπτόμεθα

(우리는) 떨려진다

διαθρύπτεσθε

(너희는) 떨려진다

διαθρύπτονται

(그들은) 떨려진다

접속법단수 διαθρύπτωμαι

(나는) 떨려지자

διαθρύπτῃ

(너는) 떨려지자

διαθρύπτηται

(그는) 떨려지자

쌍수 διαθρύπτησθον

(너희 둘은) 떨려지자

διαθρύπτησθον

(그 둘은) 떨려지자

복수 διαθρυπτώμεθα

(우리는) 떨려지자

διαθρύπτησθε

(너희는) 떨려지자

διαθρύπτωνται

(그들은) 떨려지자

기원법단수 διαθρυπτοίμην

(나는) 떨려지기를 (바라다)

διαθρύπτοιο

(너는) 떨려지기를 (바라다)

διαθρύπτοιτο

(그는) 떨려지기를 (바라다)

쌍수 διαθρύπτοισθον

(너희 둘은) 떨려지기를 (바라다)

διαθρυπτοίσθην

(그 둘은) 떨려지기를 (바라다)

복수 διαθρυπτοίμεθα

(우리는) 떨려지기를 (바라다)

διαθρύπτοισθε

(너희는) 떨려지기를 (바라다)

διαθρύπτοιντο

(그들은) 떨려지기를 (바라다)

명령법단수 διαθρύπτου

(너는) 떨려져라

διαθρυπτέσθω

(그는) 떨려져라

쌍수 διαθρύπτεσθον

(너희 둘은) 떨려져라

διαθρυπτέσθων

(그 둘은) 떨려져라

복수 διαθρύπτεσθε

(너희는) 떨려져라

διαθρυπτέσθων, διαθρυπτέσθωσαν

(그들은) 떨려져라

부정사 διαθρύπτεσθαι

떨려지는 것

분사 남성여성중성
διαθρυπτομενος

διαθρυπτομενου

διαθρυπτομενη

διαθρυπτομενης

διαθρυπτομενον

διαθρυπτομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαθρύψω

(나는) 떨겠다

διαθρύψεις

(너는) 떨겠다

διαθρύψει

(그는) 떨겠다

쌍수 διαθρύψετον

(너희 둘은) 떨겠다

διαθρύψετον

(그 둘은) 떨겠다

복수 διαθρύψομεν

(우리는) 떨겠다

διαθρύψετε

(너희는) 떨겠다

διαθρύψουσιν*

(그들은) 떨겠다

기원법단수 διαθρύψοιμι

(나는) 떨겠기를 (바라다)

διαθρύψοις

(너는) 떨겠기를 (바라다)

διαθρύψοι

(그는) 떨겠기를 (바라다)

쌍수 διαθρύψοιτον

(너희 둘은) 떨겠기를 (바라다)

διαθρυψοίτην

(그 둘은) 떨겠기를 (바라다)

복수 διαθρύψοιμεν

(우리는) 떨겠기를 (바라다)

διαθρύψοιτε

(너희는) 떨겠기를 (바라다)

διαθρύψοιεν

(그들은) 떨겠기를 (바라다)

부정사 διαθρύψειν

떨 것

분사 남성여성중성
διαθρυψων

διαθρυψοντος

διαθρυψουσα

διαθρυψουσης

διαθρυψον

διαθρυψοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαθρύψομαι

(나는) 떨려지겠다

διαθρύψει, διαθρύψῃ

(너는) 떨려지겠다

διαθρύψεται

(그는) 떨려지겠다

쌍수 διαθρύψεσθον

(너희 둘은) 떨려지겠다

διαθρύψεσθον

(그 둘은) 떨려지겠다

복수 διαθρυψόμεθα

(우리는) 떨려지겠다

διαθρύψεσθε

(너희는) 떨려지겠다

διαθρύψονται

(그들은) 떨려지겠다

기원법단수 διαθρυψοίμην

(나는) 떨려지겠기를 (바라다)

διαθρύψοιο

(너는) 떨려지겠기를 (바라다)

διαθρύψοιτο

(그는) 떨려지겠기를 (바라다)

쌍수 διαθρύψοισθον

(너희 둘은) 떨려지겠기를 (바라다)

διαθρυψοίσθην

(그 둘은) 떨려지겠기를 (바라다)

복수 διαθρυψοίμεθα

(우리는) 떨려지겠기를 (바라다)

διαθρύψοισθε

(너희는) 떨려지겠기를 (바라다)

διαθρύψοιντο

(그들은) 떨려지겠기를 (바라다)

부정사 διαθρύψεσθαι

떨려질 것

분사 남성여성중성
διαθρυψομενος

διαθρυψομενου

διαθρυψομενη

διαθρυψομενης

διαθρυψομενον

διαθρυψομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διέθρυπτον

(나는) 떨고 있었다

διέθρυπτες

(너는) 떨고 있었다

διέθρυπτεν*

(그는) 떨고 있었다

쌍수 διεθρύπτετον

(너희 둘은) 떨고 있었다

διεθρυπτέτην

(그 둘은) 떨고 있었다

복수 διεθρύπτομεν

(우리는) 떨고 있었다

διεθρύπτετε

(너희는) 떨고 있었다

διέθρυπτον

(그들은) 떨고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεθρυπτόμην

(나는) 떨려지고 있었다

διεθρύπτου

(너는) 떨려지고 있었다

διεθρύπτετο

(그는) 떨려지고 있었다

쌍수 διεθρύπτεσθον

(너희 둘은) 떨려지고 있었다

διεθρυπτέσθην

(그 둘은) 떨려지고 있었다

복수 διεθρυπτόμεθα

(우리는) 떨려지고 있었다

διεθρύπτεσθε

(너희는) 떨려지고 있었다

διεθρύπτοντο

(그들은) 떨려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐκείνου δ’ ἀπαλλαγέντε, Κριτίασ μὲν φυγὼν εἰσ Θετταλίαν ἐκεῖ συνῆν ἀνθρώποισ ἀνομίᾳ μᾶλλον ἢ δικαιοσύνῃ χρωμένοισ, Ἀλκιβιάδησ δ’ αὖ διὰ μὲν κάλλοσ ὑπὸ πολλῶν καὶ σεμνῶν γυναικῶν θηρώμενοσ, διὰ δύναμιν δὲ τὴν ἐν τῇ πόλει καὶ τοῖσ συμμάχοισ ὑπὸ πολλῶν καὶ δυνατῶν κολακεύειν ἀνθρώπων διαθρυπτόμενοσ, ὑπὸ δὲ τοῦ δήμου τιμώμενοσ καὶ ῥᾳδίωσ πρωτεύων, ὥσπερ οἱ τῶν γυμνικῶν ἀγώνων ἀθληταὶ ῥᾳδίωσ πρωτεύοντεσ ἀμελοῦσι τῆσ ἀσκήσεωσ, οὕτω κἀκεῖνοσ ἠμέλησεν αὑτοῦ. (Xenophon, Memorabilia, , chapter 2 30:2)

    (크세노폰, Memorabilia, , chapter 2 30:2)

  • νῦν δ’ αὖ πάλιν ὑπό τε πλούτου τοῦ παρόντοσ διαθρυπτόμενοσ καὶ ὑπὸ τῶν δεομένων μου προστάτην γενέσθαι καὶ ὑπὸ τῶν δώρων ὧν ἐδίδοσάν μοι καὶ ὑπ’ ἀνθρώπων, οἵ με κολακεύοντεσ ἔλεγον ὡσ εἰ ἐγὼ θέλοιμι ἄρχειν, πάντεσ ἂν ἐμοὶ πείθοιντο καὶ μέγιστοσ ἂν εἰήν ἀνθρώπων, ὑπὸ τοιούτων δὲ λόγων ἀναφυσώμενοσ, ὡσ εἵλοντό με πάντεσ οἱ κύκλῳ βασιλεῖσ προστάτην τοῦ πολέμου, ὑπεδεξάμην τὴν στρατηγίαν, ὡσ ἱκανὸσ ὢν μέγιστοσ γενέσθαι, ἀγνοῶν ἄρα ἐμαυτόν, ὅτι σοὶ ἀντιπολεμεῖν ἱκανὸσ ᾤμην εἶναι, πρῶτον μὲν ἐκ θεῶν γεγονότι, ἔπειτα δὲ διὰ βασιλέων πεφυκότι, ἔπειτα δ’ ἐκ παιδὸσ ἀρετὴν ἀσκοῦντι· (Xenophon, Cyropaedia, , chapter 2 26:1)

    (크세노폰, Cyropaedia, , chapter 2 26:1)

유의어

  1. 떨다

  2. 무기력하게 하다

    • θηλύνω (부드럽게 하다, 완화시키다, 누그러뜨리다)
  3. to give oneself airs

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION