Ancient Greek-English Dictionary Language

διαγαληνίζω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: διαγαληνίζω διαγαληνίσω

Structure: διαγαληνίζ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: galh/nh

Sense

  1. to make quite calm

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διαγαληνίζω διαγαληνίζεις διαγαληνίζει
Dual διαγαληνίζετον διαγαληνίζετον
Plural διαγαληνίζομεν διαγαληνίζετε διαγαληνίζουσιν*
SubjunctiveSingular διαγαληνίζω διαγαληνίζῃς διαγαληνίζῃ
Dual διαγαληνίζητον διαγαληνίζητον
Plural διαγαληνίζωμεν διαγαληνίζητε διαγαληνίζωσιν*
OptativeSingular διαγαληνίζοιμι διαγαληνίζοις διαγαληνίζοι
Dual διαγαληνίζοιτον διαγαληνιζοίτην
Plural διαγαληνίζοιμεν διαγαληνίζοιτε διαγαληνίζοιεν
ImperativeSingular διαγαλήνιζε διαγαληνιζέτω
Dual διαγαληνίζετον διαγαληνιζέτων
Plural διαγαληνίζετε διαγαληνιζόντων, διαγαληνιζέτωσαν
Infinitive διαγαληνίζειν
Participle MasculineFeminineNeuter
διαγαληνιζων διαγαληνιζοντος διαγαληνιζουσα διαγαληνιζουσης διαγαληνιζον διαγαληνιζοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διαγαληνίζομαι διαγαληνίζει, διαγαληνίζῃ διαγαληνίζεται
Dual διαγαληνίζεσθον διαγαληνίζεσθον
Plural διαγαληνιζόμεθα διαγαληνίζεσθε διαγαληνίζονται
SubjunctiveSingular διαγαληνίζωμαι διαγαληνίζῃ διαγαληνίζηται
Dual διαγαληνίζησθον διαγαληνίζησθον
Plural διαγαληνιζώμεθα διαγαληνίζησθε διαγαληνίζωνται
OptativeSingular διαγαληνιζοίμην διαγαληνίζοιο διαγαληνίζοιτο
Dual διαγαληνίζοισθον διαγαληνιζοίσθην
Plural διαγαληνιζοίμεθα διαγαληνίζοισθε διαγαληνίζοιντο
ImperativeSingular διαγαληνίζου διαγαληνιζέσθω
Dual διαγαληνίζεσθον διαγαληνιζέσθων
Plural διαγαληνίζεσθε διαγαληνιζέσθων, διαγαληνιζέσθωσαν
Infinitive διαγαληνίζεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διαγαληνιζομενος διαγαληνιζομενου διαγαληνιζομενη διαγαληνιζομενης διαγαληνιζομενον διαγαληνιζομενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διαγαληνίσω διαγαληνίσεις διαγαληνίσει
Dual διαγαληνίσετον διαγαληνίσετον
Plural διαγαληνίσομεν διαγαληνίσετε διαγαληνίσουσιν*
OptativeSingular διαγαληνίσοιμι διαγαληνίσοις διαγαληνίσοι
Dual διαγαληνίσοιτον διαγαληνισοίτην
Plural διαγαληνίσοιμεν διαγαληνίσοιτε διαγαληνίσοιεν
Infinitive διαγαληνίσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
διαγαληνισων διαγαληνισοντος διαγαληνισουσα διαγαληνισουσης διαγαληνισον διαγαληνισοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular διαγαληνίσομαι διαγαληνίσει, διαγαληνίσῃ διαγαληνίσεται
Dual διαγαληνίσεσθον διαγαληνίσεσθον
Plural διαγαληνισόμεθα διαγαληνίσεσθε διαγαληνίσονται
OptativeSingular διαγαληνισοίμην διαγαληνίσοιο διαγαληνίσοιτο
Dual διαγαληνίσοισθον διαγαληνισοίσθην
Plural διαγαληνισοίμεθα διαγαληνίσοισθε διαγαληνίσοιντο
Infinitive διαγαληνίσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
διαγαληνισομενος διαγαληνισομενου διαγαληνισομενη διαγαληνισομενης διαγαληνισομενον διαγαληνισομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to make quite calm

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION