Ancient Greek-English Dictionary Language

δημοσιόω

ο-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: δημοσιόω

Structure: δημοσιό (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to confiscate
  2. to be published

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular δημοσίω δημοσίοις δημοσίοι
Dual δημοσίουτον δημοσίουτον
Plural δημοσίουμεν δημοσίουτε δημοσίουσιν*
SubjunctiveSingular δημοσίω δημοσίοις δημοσίοι
Dual δημοσίωτον δημοσίωτον
Plural δημοσίωμεν δημοσίωτε δημοσίωσιν*
OptativeSingular δημοσίοιμι δημοσίοις δημοσίοι
Dual δημοσίοιτον δημοσιοίτην
Plural δημοσίοιμεν δημοσίοιτε δημοσίοιεν
ImperativeSingular δημοσῖου δημοσιοῦτω
Dual δημοσίουτον δημοσιοῦτων
Plural δημοσίουτε δημοσιοῦντων, δημοσιοῦτωσαν
Infinitive δημοσίουν
Participle MasculineFeminineNeuter
δημοσιων δημοσιουντος δημοσιουσα δημοσιουσης δημοσιουν δημοσιουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular δημοσίουμαι δημοσίοι δημοσίουται
Dual δημοσίουσθον δημοσίουσθον
Plural δημοσιοῦμεθα δημοσίουσθε δημοσίουνται
SubjunctiveSingular δημοσίωμαι δημοσίοι δημοσίωται
Dual δημοσίωσθον δημοσίωσθον
Plural δημοσιώμεθα δημοσίωσθε δημοσίωνται
OptativeSingular δημοσιοίμην δημοσίοιο δημοσίοιτο
Dual δημοσίοισθον δημοσιοίσθην
Plural δημοσιοίμεθα δημοσίοισθε δημοσίοιντο
ImperativeSingular δημοσίου δημοσιοῦσθω
Dual δημοσίουσθον δημοσιοῦσθων
Plural δημοσίουσθε δημοσιοῦσθων, δημοσιοῦσθωσαν
Infinitive δημοσίουσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
δημοσιουμενος δημοσιουμενου δημοσιουμενη δημοσιουμενης δημοσιουμενον δημοσιουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to be published

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION