Ancient Greek-English Dictionary Language

ἄγναπτος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ἄγναπτος ἄγναπτος ἄγναπτον

Structure: ἀ (Prefix) + γναπτ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. (of cloth) not fulled or carded, new
  2. not cleansed, unwashed

Examples

  • ἀπὸ δὲ τῆσ στοᾶσ ἣν οἱ Ἠλεῖοι καλοῦσιν Ἀγνάπτου, τὸν ἀρχιτέκτονα ἐπονομάζοντεσ τῷ οἰκοδομήματι, ἀπὸ ταύτησ ἐπανιόντι ἐστὶν ἐν δεξιᾷ βωμὸσ Ἀρτέμιδοσ. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 15 9:2)
  • καθότι δὲ τῇ Ἀγνάπτου στοᾷ προσεχήσ ἐστιν ἡ πρῷρα, κατὰ τοῦτο εὐρεῖα γίνεται, δελφὶσ δὲ ἐπὶ κανόνοσ κατὰ ἄκρον μάλιστα τὸ ἔμβολον πεποίηται χαλκοῦσ. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 20 16:2)
  • πρῶται μὲν δὴ ἑκατέρωθεν αἱ πρὸσ τῇ στοᾷ τῇ Ἀγνάπτου χαλῶσιν ὕσπληγεσ, καὶ οἱ κατὰ ταύτασ ἑστηκότεσ ἐκθέουσιν ἵπποι πρῶτοι· (Pausanias, Description of Greece, , chapter 20 19:1)

Synonyms

  1. not cleansed

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION