- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

ἄγναπτος?

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration: agnaptos

Principal Part: ἄγναπτος ἄγναπτος ἄγναπτον

Structure: (Prefix) + γναπτ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. (of cloth) not fulled or carded, new
  2. not cleansed, unwashed

Examples

  • "καὶ γὰρ ἀχύροις σπαργανοῦντες αὐτὴν καὶ περιστέλλοντες ἱματίοις ἀγνάπτοις ἐπὶ πολὺν χρόνον ἄπταιστον διατηροῦσι. (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 6, 2:4)
  • "ἀγνάπτοις δὲ τούτοις πρὸς τοῦτο διὰ τὴν τραχύτητα καὶ ξηρότητα τῆς κροκύδος οὐκ ἐώσης ἐπιπεσεῖν βαρὺ θοἰμάτιον οὐδὲ συνθλῖψαι τὴν χαυνότητα τῆς χιόνος: (Plutarch, Quaestiones Convivales, book 6, 3:15)
  • ἀπὸ δὲ τῆς στοᾶς ἣν οἱ Ἠλεῖοι καλοῦσιν Ἀγνάπτου, τὸν ἀρχιτέκτονα ἐπονομάζοντες τῷ οἰκοδομήματι, ἀπὸ ταύτης ἐπανιόντι ἐστὶν ἐν δεξιᾷ βωμὸς Ἀρτέμιδος. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 15 9:2)
  • καθότι δὲ τῇ Ἀγνάπτου στοᾷ προσεχής ἐστιν ἡ πρῷρα, κατὰ τοῦτο εὐρεῖα γίνεται, δελφὶς δὲ ἐπὶ κανόνος κατὰ ἄκρον μάλιστα τὸ ἔμβολον πεποίηται χαλκοῦς. (Pausanias, Description of Greece, , chapter 20 16:2)
  • πρῶται μὲν δὴ ἑκατέρωθεν αἱ πρὸς τῇ στοᾷ τῇ Ἀγνάπτου χαλῶσιν ὕσπληγες, καὶ οἱ κατὰ ταύτας ἑστηκότες ἐκθέουσιν ἵπποι πρῶτοι: (Pausanias, Description of Greece, , chapter 20 19:1)

Synonyms

  1. not cleansed

Similar forms

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION