Greek Lexicon Indices

'Neuter Noun'에 속하는 헬라어 단어 (2303)

σιτηρέσιον
(Noun), 식량, 생활용품, 비상식량, 배급품
σιτίον
(Noun), 곡물, 빵, 곡식, 옥수수, 알##음식, 식량, 고기, 설농탕, 진지, 식료품##정비, 보존##음식, 진지
σιτομέτριον
(Noun), a measured portion of corn
σκαλάθυρμα
(Noun), a quibble
σκαλαθυρμάτιον
(Noun), a petty quibble
σκαμνίον
(Noun), 벤치##탁자 다리, 자리
σκανδάληθρον
(Noun), 우리, 울타리
σκάνδαλον
(Noun), 덫, 함정, 망##유혹, 충동, 미끼##성, 부당, 잘못
σκᾶπτον
(Noun),
σκαφίδιον
(Noun), a small skiff
σκάφος
(Noun), 배, 선박, 선체
σκέλος
(Noun), 다리, 아리
σκέμμα
(Noun), 질문, 문제, 물음##상상, 추측
σκέπανον
(Noun), 덮개, 잎집
σκεπάρνιον
(Noun), 둑길, 댐, 선창
σκέπαρνον
(Noun), 까께, 까뀌
σκέπας
(Noun), 덮개, 피난처
σκέπασμα
(Noun), 덮개, 피난처, 대피소
σκευάριον
(Noun), a small vessel or utensil, implements of gaming
σκευοποίημα
(Noun), 드레스, 원피스
σκεῦος
(Noun), 그릇, 선박, 배##수하물, 장비, 기기, 노, 노 젓는 장비, 장치, 기구, 가구, 세간##물건, 게, 것
σκευώρημα
(Noun), 조작, 협잡질, 위조
σκήνημα
(Noun), 둥지, 요람, 보금자리
σκηνίδιον
(Noun),
σκηνύδριον
(Noun),
σκήνωμα
(Noun), ##몸체, 몸
σκῆπτρον
(Noun), 지팡이, 회사원, 자루, 막대기##지팡이, 회사원, 장대, 자루, 막대기##규정, 규칙, 주권, 지배권
σκιαγράφημα
(Noun), a mere sketch
σκιάδειον
(Noun), 파라솔, 양산
Σκίρα
(Noun), the festival of Athena

SEARCH

MENU NAVIGATION