헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συνδάκνω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συνδάκνω συνδήξομαι

형태분석: συν (접두사) + δάκν (어간) + ω (인칭어미)

  1. 잡다, 빼앗다, 받다, 훔치다
  1. to bite together, to take, in his teeth

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδάκνω

(나는) 잡는다

συνδάκνεις

(너는) 잡는다

συνδάκνει

(그는) 잡는다

쌍수 συνδάκνετον

(너희 둘은) 잡는다

συνδάκνετον

(그 둘은) 잡는다

복수 συνδάκνομεν

(우리는) 잡는다

συνδάκνετε

(너희는) 잡는다

συνδάκνουσιν*

(그들은) 잡는다

접속법단수 συνδάκνω

(나는) 잡자

συνδάκνῃς

(너는) 잡자

συνδάκνῃ

(그는) 잡자

쌍수 συνδάκνητον

(너희 둘은) 잡자

συνδάκνητον

(그 둘은) 잡자

복수 συνδάκνωμεν

(우리는) 잡자

συνδάκνητε

(너희는) 잡자

συνδάκνωσιν*

(그들은) 잡자

기원법단수 συνδάκνοιμι

(나는) 잡기를 (바라다)

συνδάκνοις

(너는) 잡기를 (바라다)

συνδάκνοι

(그는) 잡기를 (바라다)

쌍수 συνδάκνοιτον

(너희 둘은) 잡기를 (바라다)

συνδακνοίτην

(그 둘은) 잡기를 (바라다)

복수 συνδάκνοιμεν

(우리는) 잡기를 (바라다)

συνδάκνοιτε

(너희는) 잡기를 (바라다)

συνδάκνοιεν

(그들은) 잡기를 (바라다)

명령법단수 συνδάκνε

(너는) 잡아라

συνδακνέτω

(그는) 잡아라

쌍수 συνδάκνετον

(너희 둘은) 잡아라

συνδακνέτων

(그 둘은) 잡아라

복수 συνδάκνετε

(너희는) 잡아라

συνδακνόντων, συνδακνέτωσαν

(그들은) 잡아라

부정사 συνδάκνειν

잡는 것

분사 남성여성중성
συνδακνων

συνδακνοντος

συνδακνουσα

συνδακνουσης

συνδακνον

συνδακνοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδάκνομαι

(나는) 잡힌다

συνδάκνει, συνδάκνῃ

(너는) 잡힌다

συνδάκνεται

(그는) 잡힌다

쌍수 συνδάκνεσθον

(너희 둘은) 잡힌다

συνδάκνεσθον

(그 둘은) 잡힌다

복수 συνδακνόμεθα

(우리는) 잡힌다

συνδάκνεσθε

(너희는) 잡힌다

συνδάκνονται

(그들은) 잡힌다

접속법단수 συνδάκνωμαι

(나는) 잡히자

συνδάκνῃ

(너는) 잡히자

συνδάκνηται

(그는) 잡히자

쌍수 συνδάκνησθον

(너희 둘은) 잡히자

συνδάκνησθον

(그 둘은) 잡히자

복수 συνδακνώμεθα

(우리는) 잡히자

συνδάκνησθε

(너희는) 잡히자

συνδάκνωνται

(그들은) 잡히자

기원법단수 συνδακνοίμην

(나는) 잡히기를 (바라다)

συνδάκνοιο

(너는) 잡히기를 (바라다)

συνδάκνοιτο

(그는) 잡히기를 (바라다)

쌍수 συνδάκνοισθον

(너희 둘은) 잡히기를 (바라다)

συνδακνοίσθην

(그 둘은) 잡히기를 (바라다)

복수 συνδακνοίμεθα

(우리는) 잡히기를 (바라다)

συνδάκνοισθε

(너희는) 잡히기를 (바라다)

συνδάκνοιντο

(그들은) 잡히기를 (바라다)

명령법단수 συνδάκνου

(너는) 잡혀라

συνδακνέσθω

(그는) 잡혀라

쌍수 συνδάκνεσθον

(너희 둘은) 잡혀라

συνδακνέσθων

(그 둘은) 잡혀라

복수 συνδάκνεσθε

(너희는) 잡혀라

συνδακνέσθων, συνδακνέσθωσαν

(그들은) 잡혀라

부정사 συνδάκνεσθαι

잡히는 것

분사 남성여성중성
συνδακνομενος

συνδακνομενου

συνδακνομενη

συνδακνομενης

συνδακνομενον

συνδακνομενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνδήξομαι

(나는) 잡겠다

συνδήξει, συνδήξῃ

(너는) 잡겠다

συνδήξεται

(그는) 잡겠다

쌍수 συνδήξεσθον

(너희 둘은) 잡겠다

συνδήξεσθον

(그 둘은) 잡겠다

복수 συνδηξόμεθα

(우리는) 잡겠다

συνδήξεσθε

(너희는) 잡겠다

συνδήξονται

(그들은) 잡겠다

기원법단수 συνδηξοίμην

(나는) 잡겠기를 (바라다)

συνδήξοιο

(너는) 잡겠기를 (바라다)

συνδήξοιτο

(그는) 잡겠기를 (바라다)

쌍수 συνδήξοισθον

(너희 둘은) 잡겠기를 (바라다)

συνδηξοίσθην

(그 둘은) 잡겠기를 (바라다)

복수 συνδηξοίμεθα

(우리는) 잡겠기를 (바라다)

συνδήξοισθε

(너희는) 잡겠기를 (바라다)

συνδήξοιντο

(그들은) 잡겠기를 (바라다)

부정사 συνδήξεσθαι

잡을 것

분사 남성여성중성
συνδηξομενος

συνδηξομενου

συνδηξομενη

συνδηξομενης

συνδηξομενον

συνδηξομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνέδακνον

(나는) 잡고 있었다

συνέδακνες

(너는) 잡고 있었다

συνέδακνεν*

(그는) 잡고 있었다

쌍수 συνεδάκνετον

(너희 둘은) 잡고 있었다

συνεδακνέτην

(그 둘은) 잡고 있었다

복수 συνεδάκνομεν

(우리는) 잡고 있었다

συνεδάκνετε

(너희는) 잡고 있었다

συνέδακνον

(그들은) 잡고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συνεδακνόμην

(나는) 잡히고 있었다

συνεδάκνου

(너는) 잡히고 있었다

συνεδάκνετο

(그는) 잡히고 있었다

쌍수 συνεδάκνεσθον

(너희 둘은) 잡히고 있었다

συνεδακνέσθην

(그 둘은) 잡히고 있었다

복수 συνεδακνόμεθα

(우리는) 잡히고 있었다

συνεδάκνεσθε

(너희는) 잡히고 있었다

συνεδάκνοντο

(그들은) 잡히고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 잡다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION