헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

περισπειράω

α 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: περισπειράω περισπειράσω

형태분석: περι (접두사) + σπειρά (어간) + ω (인칭어미)

  1. 둘러싸다, 포위하다, 에워싸다, 두르다, 울타리를 치다
  1. to wind round, to surround, to form round, to twine round

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περισπείρω

(나는) 둘러싼다

περισπείρᾳς

(너는) 둘러싼다

περισπείρᾳ

(그는) 둘러싼다

쌍수 περισπείρᾱτον

(너희 둘은) 둘러싼다

περισπείρᾱτον

(그 둘은) 둘러싼다

복수 περισπείρωμεν

(우리는) 둘러싼다

περισπείρᾱτε

(너희는) 둘러싼다

περισπείρωσιν*

(그들은) 둘러싼다

접속법단수 περισπείρω

(나는) 둘러싸자

περισπείρῃς

(너는) 둘러싸자

περισπείρῃ

(그는) 둘러싸자

쌍수 περισπείρητον

(너희 둘은) 둘러싸자

περισπείρητον

(그 둘은) 둘러싸자

복수 περισπείρωμεν

(우리는) 둘러싸자

περισπείρητε

(너희는) 둘러싸자

περισπείρωσιν*

(그들은) 둘러싸자

기원법단수 περισπείρῳμι

(나는) 둘러싸기를 (바라다)

περισπείρῳς

(너는) 둘러싸기를 (바라다)

περισπείρῳ

(그는) 둘러싸기를 (바라다)

쌍수 περισπείρῳτον

(너희 둘은) 둘러싸기를 (바라다)

περισπειρῷτην

(그 둘은) 둘러싸기를 (바라다)

복수 περισπείρῳμεν

(우리는) 둘러싸기를 (바라다)

περισπείρῳτε

(너희는) 둘러싸기를 (바라다)

περισπείρῳεν

(그들은) 둘러싸기를 (바라다)

명령법단수 περισπεῖρᾱ

(너는) 둘러싸라

περισπειρᾶτω

(그는) 둘러싸라

쌍수 περισπείρᾱτον

(너희 둘은) 둘러싸라

περισπειρᾶτων

(그 둘은) 둘러싸라

복수 περισπείρᾱτε

(너희는) 둘러싸라

περισπειρῶντων, περισπειρᾶτωσαν

(그들은) 둘러싸라

부정사 περισπείρᾱν

둘러싸는 것

분사 남성여성중성
περισπειρων

περισπειρωντος

περισπειρωσα

περισπειρωσης

περισπειρων

περισπειρωντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περισπείρωμαι

(나는) 둘러싸여진다

περισπείρᾳ

(너는) 둘러싸여진다

περισπείρᾱται

(그는) 둘러싸여진다

쌍수 περισπείρᾱσθον

(너희 둘은) 둘러싸여진다

περισπείρᾱσθον

(그 둘은) 둘러싸여진다

복수 περισπειρῶμεθα

(우리는) 둘러싸여진다

περισπείρᾱσθε

(너희는) 둘러싸여진다

περισπείρωνται

(그들은) 둘러싸여진다

접속법단수 περισπείρωμαι

(나는) 둘러싸여지자

περισπείρῃ

(너는) 둘러싸여지자

περισπείρηται

(그는) 둘러싸여지자

쌍수 περισπείρησθον

(너희 둘은) 둘러싸여지자

περισπείρησθον

(그 둘은) 둘러싸여지자

복수 περισπειρώμεθα

(우리는) 둘러싸여지자

περισπείρησθε

(너희는) 둘러싸여지자

περισπείρωνται

(그들은) 둘러싸여지자

기원법단수 περισπειρῷμην

(나는) 둘러싸여지기를 (바라다)

περισπείρῳο

(너는) 둘러싸여지기를 (바라다)

περισπείρῳτο

(그는) 둘러싸여지기를 (바라다)

쌍수 περισπείρῳσθον

(너희 둘은) 둘러싸여지기를 (바라다)

περισπειρῷσθην

(그 둘은) 둘러싸여지기를 (바라다)

복수 περισπειρῷμεθα

(우리는) 둘러싸여지기를 (바라다)

περισπείρῳσθε

(너희는) 둘러싸여지기를 (바라다)

περισπείρῳντο

(그들은) 둘러싸여지기를 (바라다)

명령법단수 περισπείρω

(너는) 둘러싸여져라

περισπειρᾶσθω

(그는) 둘러싸여져라

쌍수 περισπείρᾱσθον

(너희 둘은) 둘러싸여져라

περισπειρᾶσθων

(그 둘은) 둘러싸여져라

복수 περισπείρᾱσθε

(너희는) 둘러싸여져라

περισπειρᾶσθων, περισπειρᾶσθωσαν

(그들은) 둘러싸여져라

부정사 περισπείρᾱσθαι

둘러싸여지는 것

분사 남성여성중성
περισπειρωμενος

περισπειρωμενου

περισπειρωμενη

περισπειρωμενης

περισπειρωμενον

περισπειρωμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περισπειράσω

(나는) 둘러싸겠다

περισπειράσεις

(너는) 둘러싸겠다

περισπειράσει

(그는) 둘러싸겠다

쌍수 περισπειράσετον

(너희 둘은) 둘러싸겠다

περισπειράσετον

(그 둘은) 둘러싸겠다

복수 περισπειράσομεν

(우리는) 둘러싸겠다

περισπειράσετε

(너희는) 둘러싸겠다

περισπειράσουσιν*

(그들은) 둘러싸겠다

기원법단수 περισπειράσοιμι

(나는) 둘러싸겠기를 (바라다)

περισπειράσοις

(너는) 둘러싸겠기를 (바라다)

περισπειράσοι

(그는) 둘러싸겠기를 (바라다)

쌍수 περισπειράσοιτον

(너희 둘은) 둘러싸겠기를 (바라다)

περισπειρασοίτην

(그 둘은) 둘러싸겠기를 (바라다)

복수 περισπειράσοιμεν

(우리는) 둘러싸겠기를 (바라다)

περισπειράσοιτε

(너희는) 둘러싸겠기를 (바라다)

περισπειράσοιεν

(그들은) 둘러싸겠기를 (바라다)

부정사 περισπειράσειν

둘러쌀 것

분사 남성여성중성
περισπειρασων

περισπειρασοντος

περισπειρασουσα

περισπειρασουσης

περισπειρασον

περισπειρασοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περισπειράσομαι

(나는) 둘러싸여지겠다

περισπειράσει, περισπειράσῃ

(너는) 둘러싸여지겠다

περισπειράσεται

(그는) 둘러싸여지겠다

쌍수 περισπειράσεσθον

(너희 둘은) 둘러싸여지겠다

περισπειράσεσθον

(그 둘은) 둘러싸여지겠다

복수 περισπειρασόμεθα

(우리는) 둘러싸여지겠다

περισπειράσεσθε

(너희는) 둘러싸여지겠다

περισπειράσονται

(그들은) 둘러싸여지겠다

기원법단수 περισπειρασοίμην

(나는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περισπειράσοιο

(너는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περισπειράσοιτο

(그는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

쌍수 περισπειράσοισθον

(너희 둘은) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περισπειρασοίσθην

(그 둘은) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

복수 περισπειρασοίμεθα

(우리는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περισπειράσοισθε

(너희는) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

περισπειράσοιντο

(그들은) 둘러싸여지겠기를 (바라다)

부정사 περισπειράσεσθαι

둘러싸여질 것

분사 남성여성중성
περισπειρασομενος

περισπειρασομενου

περισπειρασομενη

περισπειρασομενης

περισπειρασομενον

περισπειρασομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιεσπεῖρων

(나는) 둘러싸고 있었다

περιεσπεῖρᾱς

(너는) 둘러싸고 있었다

περιεσπεῖρᾱν*

(그는) 둘러싸고 있었다

쌍수 περιεσπείρᾱτον

(너희 둘은) 둘러싸고 있었다

περιεσπειρᾶτην

(그 둘은) 둘러싸고 있었다

복수 περιεσπείρωμεν

(우리는) 둘러싸고 있었다

περιεσπείρᾱτε

(너희는) 둘러싸고 있었다

περιεσπεῖρων

(그들은) 둘러싸고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 περιεσπειρῶμην

(나는) 둘러싸여지고 있었다

περιεσπείρω

(너는) 둘러싸여지고 있었다

περιεσπείρᾱτο

(그는) 둘러싸여지고 있었다

쌍수 περιεσπείρᾱσθον

(너희 둘은) 둘러싸여지고 있었다

περιεσπειρᾶσθην

(그 둘은) 둘러싸여지고 있었다

복수 περιεσπειρῶμεθα

(우리는) 둘러싸여지고 있었다

περιεσπείρᾱσθε

(너희는) 둘러싸여지고 있었다

περιεσπείρωντο

(그들은) 둘러싸여지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 둘러싸다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION