헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

παραπείθω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: παραπείθω παραπείσω

형태분석: παρα (접두사) + πείθ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 끌어들이다, 설득시키다, 설득하다, 납득시키다
  1. to persuade gradually, win over, beguile

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραπείθω

(나는) 끌어들인다

παραπείθεις

(너는) 끌어들인다

παραπείθει

(그는) 끌어들인다

쌍수 παραπείθετον

(너희 둘은) 끌어들인다

παραπείθετον

(그 둘은) 끌어들인다

복수 παραπείθομεν

(우리는) 끌어들인다

παραπείθετε

(너희는) 끌어들인다

παραπείθουσιν*

(그들은) 끌어들인다

접속법단수 παραπείθω

(나는) 끌어들이자

παραπείθῃς

(너는) 끌어들이자

παραπείθῃ

(그는) 끌어들이자

쌍수 παραπείθητον

(너희 둘은) 끌어들이자

παραπείθητον

(그 둘은) 끌어들이자

복수 παραπείθωμεν

(우리는) 끌어들이자

παραπείθητε

(너희는) 끌어들이자

παραπείθωσιν*

(그들은) 끌어들이자

기원법단수 παραπείθοιμι

(나는) 끌어들이기를 (바라다)

παραπείθοις

(너는) 끌어들이기를 (바라다)

παραπείθοι

(그는) 끌어들이기를 (바라다)

쌍수 παραπείθοιτον

(너희 둘은) 끌어들이기를 (바라다)

παραπειθοίτην

(그 둘은) 끌어들이기를 (바라다)

복수 παραπείθοιμεν

(우리는) 끌어들이기를 (바라다)

παραπείθοιτε

(너희는) 끌어들이기를 (바라다)

παραπείθοιεν

(그들은) 끌어들이기를 (바라다)

명령법단수 παραπείθε

(너는) 끌어들여라

παραπειθέτω

(그는) 끌어들여라

쌍수 παραπείθετον

(너희 둘은) 끌어들여라

παραπειθέτων

(그 둘은) 끌어들여라

복수 παραπείθετε

(너희는) 끌어들여라

παραπειθόντων, παραπειθέτωσαν

(그들은) 끌어들여라

부정사 παραπείθειν

끌어들이는 것

분사 남성여성중성
παραπειθων

παραπειθοντος

παραπειθουσα

παραπειθουσης

παραπειθον

παραπειθοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραπείθομαι

(나는) 끌어들여진다

παραπείθει, παραπείθῃ

(너는) 끌어들여진다

παραπείθεται

(그는) 끌어들여진다

쌍수 παραπείθεσθον

(너희 둘은) 끌어들여진다

παραπείθεσθον

(그 둘은) 끌어들여진다

복수 παραπειθόμεθα

(우리는) 끌어들여진다

παραπείθεσθε

(너희는) 끌어들여진다

παραπείθονται

(그들은) 끌어들여진다

접속법단수 παραπείθωμαι

(나는) 끌어들여지자

παραπείθῃ

(너는) 끌어들여지자

παραπείθηται

(그는) 끌어들여지자

쌍수 παραπείθησθον

(너희 둘은) 끌어들여지자

παραπείθησθον

(그 둘은) 끌어들여지자

복수 παραπειθώμεθα

(우리는) 끌어들여지자

παραπείθησθε

(너희는) 끌어들여지자

παραπείθωνται

(그들은) 끌어들여지자

기원법단수 παραπειθοίμην

(나는) 끌어들여지기를 (바라다)

παραπείθοιο

(너는) 끌어들여지기를 (바라다)

παραπείθοιτο

(그는) 끌어들여지기를 (바라다)

쌍수 παραπείθοισθον

(너희 둘은) 끌어들여지기를 (바라다)

παραπειθοίσθην

(그 둘은) 끌어들여지기를 (바라다)

복수 παραπειθοίμεθα

(우리는) 끌어들여지기를 (바라다)

παραπείθοισθε

(너희는) 끌어들여지기를 (바라다)

παραπείθοιντο

(그들은) 끌어들여지기를 (바라다)

명령법단수 παραπείθου

(너는) 끌어들여져라

παραπειθέσθω

(그는) 끌어들여져라

쌍수 παραπείθεσθον

(너희 둘은) 끌어들여져라

παραπειθέσθων

(그 둘은) 끌어들여져라

복수 παραπείθεσθε

(너희는) 끌어들여져라

παραπειθέσθων, παραπειθέσθωσαν

(그들은) 끌어들여져라

부정사 παραπείθεσθαι

끌어들여지는 것

분사 남성여성중성
παραπειθομενος

παραπειθομενου

παραπειθομενη

παραπειθομενης

παραπειθομενον

παραπειθομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραπείσω

(나는) 끌어들이겠다

παραπείσεις

(너는) 끌어들이겠다

παραπείσει

(그는) 끌어들이겠다

쌍수 παραπείσετον

(너희 둘은) 끌어들이겠다

παραπείσετον

(그 둘은) 끌어들이겠다

복수 παραπείσομεν

(우리는) 끌어들이겠다

παραπείσετε

(너희는) 끌어들이겠다

παραπείσουσιν*

(그들은) 끌어들이겠다

기원법단수 παραπείσοιμι

(나는) 끌어들이겠기를 (바라다)

παραπείσοις

(너는) 끌어들이겠기를 (바라다)

παραπείσοι

(그는) 끌어들이겠기를 (바라다)

쌍수 παραπείσοιτον

(너희 둘은) 끌어들이겠기를 (바라다)

παραπεισοίτην

(그 둘은) 끌어들이겠기를 (바라다)

복수 παραπείσοιμεν

(우리는) 끌어들이겠기를 (바라다)

παραπείσοιτε

(너희는) 끌어들이겠기를 (바라다)

παραπείσοιεν

(그들은) 끌어들이겠기를 (바라다)

부정사 παραπείσειν

끌어들일 것

분사 남성여성중성
παραπεισων

παραπεισοντος

παραπεισουσα

παραπεισουσης

παραπεισον

παραπεισοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παραπείσομαι

(나는) 끌어들여지겠다

παραπείσει, παραπείσῃ

(너는) 끌어들여지겠다

παραπείσεται

(그는) 끌어들여지겠다

쌍수 παραπείσεσθον

(너희 둘은) 끌어들여지겠다

παραπείσεσθον

(그 둘은) 끌어들여지겠다

복수 παραπεισόμεθα

(우리는) 끌어들여지겠다

παραπείσεσθε

(너희는) 끌어들여지겠다

παραπείσονται

(그들은) 끌어들여지겠다

기원법단수 παραπεισοίμην

(나는) 끌어들여지겠기를 (바라다)

παραπείσοιο

(너는) 끌어들여지겠기를 (바라다)

παραπείσοιτο

(그는) 끌어들여지겠기를 (바라다)

쌍수 παραπείσοισθον

(너희 둘은) 끌어들여지겠기를 (바라다)

παραπεισοίσθην

(그 둘은) 끌어들여지겠기를 (바라다)

복수 παραπεισοίμεθα

(우리는) 끌어들여지겠기를 (바라다)

παραπείσοισθε

(너희는) 끌어들여지겠기를 (바라다)

παραπείσοιντο

(그들은) 끌어들여지겠기를 (바라다)

부정사 παραπείσεσθαι

끌어들여질 것

분사 남성여성중성
παραπεισομενος

παραπεισομενου

παραπεισομενη

παραπεισομενης

παραπεισομενον

παραπεισομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρέπειθον

(나는) 끌어들이고 있었다

παρέπειθες

(너는) 끌어들이고 있었다

παρέπειθεν*

(그는) 끌어들이고 있었다

쌍수 παρεπείθετον

(너희 둘은) 끌어들이고 있었다

παρεπειθέτην

(그 둘은) 끌어들이고 있었다

복수 παρεπείθομεν

(우리는) 끌어들이고 있었다

παρεπείθετε

(너희는) 끌어들이고 있었다

παρέπειθον

(그들은) 끌어들이고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 παρεπειθόμην

(나는) 끌어들여지고 있었다

παρεπείθου

(너는) 끌어들여지고 있었다

παρεπείθετο

(그는) 끌어들여지고 있었다

쌍수 παρεπείθεσθον

(너희 둘은) 끌어들여지고 있었다

παρεπειθέσθην

(그 둘은) 끌어들여지고 있었다

복수 παρεπειθόμεθα

(우리는) 끌어들여지고 있었다

παρεπείθεσθε

(너희는) 끌어들여지고 있었다

παρεπείθοντο

(그들은) 끌어들여지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION