헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

δελεάζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: δελεάζω

형태분석: δελεάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: de/lear

  1. 두다, 놓다, 놓이다
  1. to entice or catch by a bait
  2. to put, as a bait

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 δελεάζω

δελεάζεις

δελεάζει

쌍수 δελεάζετον

δελεάζετον

복수 δελεάζομεν

δελεάζετε

δελεάζουσιν*

접속법단수 δελεάζω

δελεάζῃς

δελεάζῃ

쌍수 δελεάζητον

δελεάζητον

복수 δελεάζωμεν

δελεάζητε

δελεάζωσιν*

기원법단수 δελεάζοιμι

δελεάζοις

δελεάζοι

쌍수 δελεάζοιτον

δελεαζοίτην

복수 δελεάζοιμεν

δελεάζοιτε

δελεάζοιεν

명령법단수 δελέαζε

δελεαζέτω

쌍수 δελεάζετον

δελεαζέτων

복수 δελεάζετε

δελεαζόντων, δελεαζέτωσαν

부정사 δελεάζειν

분사 남성여성중성
δελεαζων

δελεαζοντος

δελεαζουσα

δελεαζουσης

δελεαζον

δελεαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 δελεάζομαι

δελεάζει, δελεάζῃ

δελεάζεται

쌍수 δελεάζεσθον

δελεάζεσθον

복수 δελεαζόμεθα

δελεάζεσθε

δελεάζονται

접속법단수 δελεάζωμαι

δελεάζῃ

δελεάζηται

쌍수 δελεάζησθον

δελεάζησθον

복수 δελεαζώμεθα

δελεάζησθε

δελεάζωνται

기원법단수 δελεαζοίμην

δελεάζοιο

δελεάζοιτο

쌍수 δελεάζοισθον

δελεαζοίσθην

복수 δελεαζοίμεθα

δελεάζοισθε

δελεάζοιντο

명령법단수 δελεάζου

δελεαζέσθω

쌍수 δελεάζεσθον

δελεαζέσθων

복수 δελεάζεσθε

δελεαζέσθων, δελεαζέσθωσαν

부정사 δελεάζεσθαι

분사 남성여성중성
δελεαζομενος

δελεαζομενου

δελεαζομενη

δελεαζομενης

δελεαζομενον

δελεαζομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • "καὶ τὸ τοῦ τρίποδοσ, καὶ ὅσα τοιαῦτα, τοῖσ μὴ παντάπασιν ἀλόγοισ καὶ ἀψύχοισ ὑφειμένα δελεάζει καὶ παρακαλεῖ πρὸσ τὸ σκοπεῖν τι καὶ ἀκούειν καὶ διαλέγεσθαι περὶ αὐτῶν. (Plutarch, De E apud Delphos, section 2 3:4)

    (플루타르코스, De E apud Delphos, section 2 3:4)

  • ὑπέρογκα γὰρ ματαιότητοσ φθεγγόμενοι δελεάζουσιν ἐν ἐπιθυμίαισ σαρκὸσ ἀσελγείαισ τοὺσ ὀλίγωσ ἀποφεύγοντασ τοὺσ ἐν πλάνῃ ἀναστρεφομένουσ, ἐλευθερίαν αὐτοῖσ ἐπαγγελλόμενοι, αὐτοὶ δοῦλοι ὑπάρχοντεσ τῆσ φθορᾶσ· (PETROU B, chapter 1 43:1)

    (PETROU B, chapter 1 43:1)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION