Ancient Greek-English Dictionary Language

ξηροφαγέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ξηροφαγέω ξηροφαγήσω

Structure: ξηροφαγέ (Stem) + ω (Ending)

Etym.: fagei=n

Sense

  1. to eat dry food

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ξηροφάγω ξηροφάγεις ξηροφάγει
Dual ξηροφάγειτον ξηροφάγειτον
Plural ξηροφάγουμεν ξηροφάγειτε ξηροφάγουσιν*
SubjunctiveSingular ξηροφάγω ξηροφάγῃς ξηροφάγῃ
Dual ξηροφάγητον ξηροφάγητον
Plural ξηροφάγωμεν ξηροφάγητε ξηροφάγωσιν*
OptativeSingular ξηροφάγοιμι ξηροφάγοις ξηροφάγοι
Dual ξηροφάγοιτον ξηροφαγοίτην
Plural ξηροφάγοιμεν ξηροφάγοιτε ξηροφάγοιεν
ImperativeSingular ξηροφᾶγει ξηροφαγεῖτω
Dual ξηροφάγειτον ξηροφαγεῖτων
Plural ξηροφάγειτε ξηροφαγοῦντων, ξηροφαγεῖτωσαν
Infinitive ξηροφάγειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ξηροφαγων ξηροφαγουντος ξηροφαγουσα ξηροφαγουσης ξηροφαγουν ξηροφαγουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ξηροφάγουμαι ξηροφάγει, ξηροφάγῃ ξηροφάγειται
Dual ξηροφάγεισθον ξηροφάγεισθον
Plural ξηροφαγοῦμεθα ξηροφάγεισθε ξηροφάγουνται
SubjunctiveSingular ξηροφάγωμαι ξηροφάγῃ ξηροφάγηται
Dual ξηροφάγησθον ξηροφάγησθον
Plural ξηροφαγώμεθα ξηροφάγησθε ξηροφάγωνται
OptativeSingular ξηροφαγοίμην ξηροφάγοιο ξηροφάγοιτο
Dual ξηροφάγοισθον ξηροφαγοίσθην
Plural ξηροφαγοίμεθα ξηροφάγοισθε ξηροφάγοιντο
ImperativeSingular ξηροφάγου ξηροφαγεῖσθω
Dual ξηροφάγεισθον ξηροφαγεῖσθων
Plural ξηροφάγεισθε ξηροφαγεῖσθων, ξηροφαγεῖσθωσαν
Infinitive ξηροφάγεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ξηροφαγουμενος ξηροφαγουμενου ξηροφαγουμενη ξηροφαγουμενης ξηροφαγουμενον ξηροφαγουμενου

Future tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ξηροφαγήσω ξηροφαγήσεις ξηροφαγήσει
Dual ξηροφαγήσετον ξηροφαγήσετον
Plural ξηροφαγήσομεν ξηροφαγήσετε ξηροφαγήσουσιν*
OptativeSingular ξηροφαγήσοιμι ξηροφαγήσοις ξηροφαγήσοι
Dual ξηροφαγήσοιτον ξηροφαγησοίτην
Plural ξηροφαγήσοιμεν ξηροφαγήσοιτε ξηροφαγήσοιεν
Infinitive ξηροφαγήσειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ξηροφαγησων ξηροφαγησοντος ξηροφαγησουσα ξηροφαγησουσης ξηροφαγησον ξηροφαγησοντος
Middle
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ξηροφαγήσομαι ξηροφαγήσει, ξηροφαγήσῃ ξηροφαγήσεται
Dual ξηροφαγήσεσθον ξηροφαγήσεσθον
Plural ξηροφαγησόμεθα ξηροφαγήσεσθε ξηροφαγήσονται
OptativeSingular ξηροφαγησοίμην ξηροφαγήσοιο ξηροφαγήσοιτο
Dual ξηροφαγήσοισθον ξηροφαγησοίσθην
Plural ξηροφαγησοίμεθα ξηροφαγήσοισθε ξηροφαγήσοιντο
Infinitive ξηροφαγήσεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ξηροφαγησομενος ξηροφαγησομενου ξηροφαγησομενη ξηροφαγησομενης ξηροφαγησομενον ξηροφαγησομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to eat dry food

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION