- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

ζηλήμων?

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration: zēlēmōn

Principal Part: ζηλήμων ζηλήμον

Structure: ζηλημων (Stem)

Etym.: ζηλέω

Sense

  1. jealous

Examples

  • αὐτὰρ Ἀπόλλων οὐκ ἐκάη Ζεφύρῳ ζηλήμονι παῖδα φυλάσσων. (Colluthus, Rape of Helen, book 1115)
  • ἐξέτι νηπιάχοιο χόλον ζηλήμονος Ἥρης ἄμπαυσον μοχθεῖν γνῶθι καὶ ἐκ βρέφεος. (Unknown, Greek Anthology, Volume V, book 16, chapter 902)
  • θαρσαλέοι Κελτοὶ ποταμῷ ζηλήμονι Ῥήνῳ τέκνα ταλαντεύουσι, καὶ οὐ πάρος εἰσὶ τοκῆες, πρὶν πάιν ἀθρήσωσι λελουμένον ὕδατι σεμνῷ. (Unknown, Greek Anthology, Volume III, book 9, chapter 1251)
  • εἰ δὲ θεῶν τεμένη καὶ τείχεα καὶ ναετῆρας ζηλήμων δηίων ἐξεκένωσεν ἄρης, εἰμὶ πάλιν βασίλεια. (Unknown, Greek Anthology, Volume III, book 9, chapter 155 1:1)
  • Ἀμφίων καὶ Ζῆθε, Διὸς σκυλακεύματα, Δίρκην κτείνατε τάνδ ὀλέτιν ματέρος Ἀντιόπας, δέσμιον ἣν πάρος εἶχε διὰ ζηλήμονα μῆνιν: (Unknown, Greek Anthology, book 3, chapter 71)

Synonyms

  1. jealous

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION