Ancient Greek-English Dictionary Language

χειροποιέω

ε-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: χειροποιέω

Structure: χειροποιέ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to make by hand, perpetrates

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular χειροποίω χειροποίεις χειροποίει
Dual χειροποίειτον χειροποίειτον
Plural χειροποίουμεν χειροποίειτε χειροποίουσιν*
SubjunctiveSingular χειροποίω χειροποίῃς χειροποίῃ
Dual χειροποίητον χειροποίητον
Plural χειροποίωμεν χειροποίητε χειροποίωσιν*
OptativeSingular χειροποίοιμι χειροποίοις χειροποίοι
Dual χειροποίοιτον χειροποιοίτην
Plural χειροποίοιμεν χειροποίοιτε χειροποίοιεν
ImperativeSingular χειροποῖει χειροποιεῖτω
Dual χειροποίειτον χειροποιεῖτων
Plural χειροποίειτε χειροποιοῦντων, χειροποιεῖτωσαν
Infinitive χειροποίειν
Participle MasculineFeminineNeuter
χειροποιων χειροποιουντος χειροποιουσα χειροποιουσης χειροποιουν χειροποιουντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular χειροποίουμαι χειροποίει, χειροποίῃ χειροποίειται
Dual χειροποίεισθον χειροποίεισθον
Plural χειροποιοῦμεθα χειροποίεισθε χειροποίουνται
SubjunctiveSingular χειροποίωμαι χειροποίῃ χειροποίηται
Dual χειροποίησθον χειροποίησθον
Plural χειροποιώμεθα χειροποίησθε χειροποίωνται
OptativeSingular χειροποιοίμην χειροποίοιο χειροποίοιτο
Dual χειροποίοισθον χειροποιοίσθην
Plural χειροποιοίμεθα χειροποίοισθε χειροποίοιντο
ImperativeSingular χειροποίου χειροποιεῖσθω
Dual χειροποίεισθον χειροποιεῖσθων
Plural χειροποίεισθε χειροποιεῖσθων, χειροποιεῖσθωσαν
Infinitive χειροποίεισθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
χειροποιουμενος χειροποιουμενου χειροποιουμενη χειροποιουμενης χειροποιουμενον χειροποιουμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to make by hand

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION