Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑσγινοβαφής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ὑσγινοβαφής ὑσγινοβαφές

Structure: ὑσγινοβαφη (Stem) + ς (Ending)

Sense

  1. dyed scarlet

Examples

  • ἐπεὶ δὲ ἀπέθανε πρῴην, ἅπαντα ἐκεῖνα κατὰ τοὺσ νόμουσ Σίμωνόσ ἐστι, καὶ νῦν ἐκεῖνοσ ὁ τὰ ῥάκια τὰ πιναρά, ὁ τὸ τρύβλιον περιλείχων, ἄσμενοσ ἐξελαύνει ἁλουργῆ καὶ ὑσγινοβαφῆ ἀμπεχόμενοσ, οἰκέτασ καὶ ζεύγη καὶ χρυσᾶ ἐκπώματα καὶ ἐλεφαντόποδασ τραπέζασ ἔχων, ὑφ’ ἁπάντων προσκυνούμενοσ, οὐδὲ προσβλέπων ἔτι ἡμᾶσ· (Lucian, Gallus, (no name) 14:11)
  • οἱ δὲ ὑπερτείνοντεσ οὐρανίσκοι διάχρυσοι ποικίλμασιν ἐκπεπονημένοι πολυτελέσιν ἐσκέπαζον τὸν ἄνω τόπον, καὶ πρῶτοι μὲν Πέρσαι φ’ μηλοφόροι περὶ αὐτὴν ἐντὸσ εἱστήκεσαν πορφυραῖσ καὶ μηλίναισ ἐσθῆσιν ἐξησκημένοι μετὰ δὲ τούτουσ τοξόται τὸν ἀριθμὸν χίλιοι, οἱ μὲν φλόγινα ἐνδεδυκότεσ, οἱ δὲ ὑσγινοβαφῆ,2 πολλοὶ δὲ καὶ κυάνεα εἶχον περιβόλαια. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 55 3:2)
  • "προσκεφάλαια δ’ εἶχε τρία μὲν ὑπὸ τῇ κεφαλῇ βύσσινα παραλουργῆ, δι’ ὧν ἠμύνετο τὸ καῦμα, δύο δ’ ὑπὸ τοῖσ ποσὶ ὑσγινοβαφῆ τῶν Δωρικῶν καλουμένων ἐφ’ ὧν κατέκειτο ἐν λευκῇ χλανίδι. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 6, book 6, chapter 67 2:3)

Synonyms

  1. dyed scarlet

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION