헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ὑποκριτικός

1/2군 변화 형용사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ὑποκριτικός ὑποκριτική ὑποκριτικόν

형태분석: ὑποκριτικ (어간) + ος (어미)

  1. belonging to, having a good delivery
  2. suited for speaking or delivery, the art of delivery
  3. pretending to

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 ὑποκριτικός

(이)가

ὑποκριτική

(이)가

ὑποκριτικόν

(것)가

속격 ὑποκριτικοῦ

(이)의

ὑποκριτικῆς

(이)의

ὑποκριτικοῦ

(것)의

여격 ὑποκριτικῷ

(이)에게

ὑποκριτικῇ

(이)에게

ὑποκριτικῷ

(것)에게

대격 ὑποκριτικόν

(이)를

ὑποκριτικήν

(이)를

ὑποκριτικόν

(것)를

호격 ὑποκριτικέ

(이)야

ὑποκριτική

(이)야

ὑποκριτικόν

(것)야

쌍수주/대/호 ὑποκριτικώ

(이)들이

ὑποκριτικᾱ́

(이)들이

ὑποκριτικώ

(것)들이

속/여 ὑποκριτικοῖν

(이)들의

ὑποκριτικαῖν

(이)들의

ὑποκριτικοῖν

(것)들의

복수주격 ὑποκριτικοί

(이)들이

ὑποκριτικαί

(이)들이

ὑποκριτικά

(것)들이

속격 ὑποκριτικῶν

(이)들의

ὑποκριτικῶν

(이)들의

ὑποκριτικῶν

(것)들의

여격 ὑποκριτικοῖς

(이)들에게

ὑποκριτικαῖς

(이)들에게

ὑποκριτικοῖς

(것)들에게

대격 ὑποκριτικούς

(이)들을

ὑποκριτικᾱ́ς

(이)들을

ὑποκριτικά

(것)들을

호격 ὑποκριτικοί

(이)들아

ὑποκριτικαί

(이)들아

ὑποκριτικά

(것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • Ἡγησιάνακτα γοῦν τὸν Ἀλεξανδρέα τὸν τὰσ ἱστορίασ γράψαντα κατ’ ἀρχὰσ ὄντα πένητα καὶ τραγῳδὸν φησι γενέσθαι καὶ ὑποκριτικὸν καὶ εὐήχον, ὀκτωκαίδεκα ἔτη σύκων μὴ γευσάμενον. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 3, book 3, chapter 19 2:2)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 3, book 3, chapter 19 2:2)

  • ἐκείνη μὲν οὖν ὅταν ἔλθῃ ταὐτὸ ποιήσει τῇ ὑποκριτικῇ, ἐγκεχειρήκασιν δὲ ἐπ’ ὀλίγον περὶ αὐτῆσ εἰπεῖν τινέσ, οἱο͂ν Θρασύμαχοσ ἐν τοῖσ Ἐλέοισ· (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 1 7:1)

    (아리스토텔레스, 수사학, Book 3, chapter 1 7:1)

  • καὶ ἔστιν φύσεωσ τὸ ὑποκριτικὸν εἶναι, καὶ ἀτεχνότερον, περὶ δὲ τὴν λέξιν ἔντεχνον. (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 1 7:2)

    (아리스토텔레스, 수사학, Book 3, chapter 1 7:2)

  • διὸ καὶ αἱ τέχναι συνέστησαν ἥ τε ῥαψῳδία καὶ ἡ ὑποκριτικὴ καὶ ἄλλαι γε. (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 1 8:3)

    (아리스토텔레스, 수사학, Book 3, chapter 1 8:3)

  • ἔστι δὲ λέξισ γραφικὴ μὲν ἡ ἀκριβεστάτη, ἀγωνιστικὴ δὲ ἡ ὑποκριτικωτάτη ταύτησ δὲ δύο εἴδη· (Aristotle, Rhetoric, Book 3, chapter 12 2:1)

    (아리스토텔레스, 수사학, Book 3, chapter 12 2:1)

유의어

  1. pretending to

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION