헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

τριπάλαιστος

1/2군 변화 형용사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: τριπάλαιστος τριπάλαιστη τριπάλαιστον

형태분석: τριπαλαιστ (어간) + ος (어미)

뜻

  1. 긴, 주사위의, 장모음의
  1. three hands broad, long

곡용 정보

1/2군 변화
남성 여성 중성
단수주격 τριπάλαιστος

긴 (이)가

τριπάλαίστη

긴 (이)가

τριπάλαιστον

긴 (것)가

속격 τριπαλαίστου

긴 (이)의

τριπάλαίστης

긴 (이)의

τριπαλαίστου

긴 (것)의

여격 τριπαλαίστῳ

긴 (이)에게

τριπάλαίστῃ

긴 (이)에게

τριπαλαίστῳ

긴 (것)에게

대격 τριπάλαιστον

긴 (이)를

τριπάλαίστην

긴 (이)를

τριπάλαιστον

긴 (것)를

호격 τριπάλαιστε

긴 (이)야

τριπάλαίστη

긴 (이)야

τριπάλαιστον

긴 (것)야

쌍수주/대/호 τριπαλαίστω

긴 (이)들이

τριπάλαίστᾱ

긴 (이)들이

τριπαλαίστω

긴 (것)들이

속/여 τριπαλαίστοιν

긴 (이)들의

τριπάλαίσταιν

긴 (이)들의

τριπαλαίστοιν

긴 (것)들의

복수주격 τριπάλαιστοι

긴 (이)들이

τριπά́λαισται

긴 (이)들이

τριπάλαιστα

긴 (것)들이

속격 τριπαλαίστων

긴 (이)들의

τριπάλαιστῶν

긴 (이)들의

τριπαλαίστων

긴 (것)들의

여격 τριπαλαίστοις

긴 (이)들에게

τριπάλαίσταις

긴 (이)들에게

τριπαλαίστοις

긴 (것)들에게

대격 τριπαλαίστους

긴 (이)들을

τριπάλαίστᾱς

긴 (이)들을

τριπάλαιστα

긴 (것)들을

호격 τριπάλαιστοι

긴 (이)들아

τριπά́λαισται

긴 (이)들아

τριπάλαιστα

긴 (것)들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 긴

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION