- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

συμπεδάω?

α-contract Verb; Transliteration: sympedaō

Principal Part: συμπεδάω συμπεδήσω

Structure: συμ (Prefix) + πεδά (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to bind together, to benumb

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συμπέδω συμπέδᾳς συμπέδᾳ
Dual συμπέδατον συμπέδατον
Plural συμπέδωμεν συμπέδατε συμπέδωσι(ν)
SubjunctiveSingular συμπέδω συμπέδῃς συμπέδῃ
Dual συμπέδητον συμπέδητον
Plural συμπέδωμεν συμπέδητε συμπέδωσι(ν)
OptativeSingular συμπέδῳμι συμπέδῳς συμπέδῳ
Dual συμπέδῳτον συμπεδῷτην
Plural συμπέδῳμεν συμπέδῳτε συμπέδῳεν
ImperativeSingular συμπε῀δα συμπεδᾶτω
Dual συμπέδατον συμπεδᾶτων
Plural συμπέδατε συμπεδῶντων, συμπεδᾶτωσαν
Infinitive συμπέδαν
Participle MasculineFeminineNeuter
συμπεδων συμπεδωντος συμπεδωσα συμπεδωσης συμπεδων συμπεδωντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συμπέδωμαι συμπέδᾳ συμπέδαται
Dual συμπέδασθον συμπέδασθον
Plural συμπεδῶμεθα συμπέδασθε συμπέδωνται
SubjunctiveSingular συμπέδωμαι συμπέδῃ συμπέδηται
Dual συμπέδησθον συμπέδησθον
Plural συμπεδώμεθα συμπέδησθε συμπέδωνται
OptativeSingular συμπεδῷμην συμπέδῳο συμπέδῳτο
Dual συμπέδῳσθον συμπεδῷσθην
Plural συμπεδῷμεθα συμπέδῳσθε συμπέδῳντο
ImperativeSingular συμπέδω συμπεδᾶσθω
Dual συμπέδασθον συμπεδᾶσθων
Plural συμπέδασθε συμπεδᾶσθων, συμπεδᾶσθωσαν
Infinitive συμπέδασθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συμπεδωμενος συμπεδωμενου συμπεδωμενη συμπεδωμενης συμπεδωμενον συμπεδωμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to bind together

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION