헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συμπαρασκευάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: συμπαρασκευάζω συμπαρασκευάσω

형태분석: συμπαρασκευάζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to assist in getting ready or bringing about

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπαρασκευάζω

συμπαρασκευάζεις

συμπαρασκευάζει

쌍수 συμπαρασκευάζετον

συμπαρασκευάζετον

복수 συμπαρασκευάζομεν

συμπαρασκευάζετε

συμπαρασκευάζουσιν*

접속법단수 συμπαρασκευάζω

συμπαρασκευάζῃς

συμπαρασκευάζῃ

쌍수 συμπαρασκευάζητον

συμπαρασκευάζητον

복수 συμπαρασκευάζωμεν

συμπαρασκευάζητε

συμπαρασκευάζωσιν*

기원법단수 συμπαρασκευάζοιμι

συμπαρασκευάζοις

συμπαρασκευάζοι

쌍수 συμπαρασκευάζοιτον

συμπαρασκευαζοίτην

복수 συμπαρασκευάζοιμεν

συμπαρασκευάζοιτε

συμπαρασκευάζοιεν

명령법단수 συμπαρασκεύαζε

συμπαρασκευαζέτω

쌍수 συμπαρασκευάζετον

συμπαρασκευαζέτων

복수 συμπαρασκευάζετε

συμπαρασκευαζόντων, συμπαρασκευαζέτωσαν

부정사 συμπαρασκευάζειν

분사 남성여성중성
συμπαρασκευαζων

συμπαρασκευαζοντος

συμπαρασκευαζουσα

συμπαρασκευαζουσης

συμπαρασκευαζον

συμπαρασκευαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπαρασκευάζομαι

συμπαρασκευάζει, συμπαρασκευάζῃ

συμπαρασκευάζεται

쌍수 συμπαρασκευάζεσθον

συμπαρασκευάζεσθον

복수 συμπαρασκευαζόμεθα

συμπαρασκευάζεσθε

συμπαρασκευάζονται

접속법단수 συμπαρασκευάζωμαι

συμπαρασκευάζῃ

συμπαρασκευάζηται

쌍수 συμπαρασκευάζησθον

συμπαρασκευάζησθον

복수 συμπαρασκευαζώμεθα

συμπαρασκευάζησθε

συμπαρασκευάζωνται

기원법단수 συμπαρασκευαζοίμην

συμπαρασκευάζοιο

συμπαρασκευάζοιτο

쌍수 συμπαρασκευάζοισθον

συμπαρασκευαζοίσθην

복수 συμπαρασκευαζοίμεθα

συμπαρασκευάζοισθε

συμπαρασκευάζοιντο

명령법단수 συμπαρασκευάζου

συμπαρασκευαζέσθω

쌍수 συμπαρασκευάζεσθον

συμπαρασκευαζέσθων

복수 συμπαρασκευάζεσθε

συμπαρασκευαζέσθων, συμπαρασκευαζέσθωσαν

부정사 συμπαρασκευάζεσθαι

분사 남성여성중성
συμπαρασκευαζομενος

συμπαρασκευαζομενου

συμπαρασκευαζομενη

συμπαρασκευαζομενης

συμπαρασκευαζομενον

συμπαρασκευαζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπαρασκευάσω

συμπαρασκευάσεις

συμπαρασκευάσει

쌍수 συμπαρασκευάσετον

συμπαρασκευάσετον

복수 συμπαρασκευάσομεν

συμπαρασκευάσετε

συμπαρασκευάσουσιν*

기원법단수 συμπαρασκευάσοιμι

συμπαρασκευάσοις

συμπαρασκευάσοι

쌍수 συμπαρασκευάσοιτον

συμπαρασκευασοίτην

복수 συμπαρασκευάσοιμεν

συμπαρασκευάσοιτε

συμπαρασκευάσοιεν

부정사 συμπαρασκευάσειν

분사 남성여성중성
συμπαρασκευασων

συμπαρασκευασοντος

συμπαρασκευασουσα

συμπαρασκευασουσης

συμπαρασκευασον

συμπαρασκευασοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπαρασκευάσομαι

συμπαρασκευάσει, συμπαρασκευάσῃ

συμπαρασκευάσεται

쌍수 συμπαρασκευάσεσθον

συμπαρασκευάσεσθον

복수 συμπαρασκευασόμεθα

συμπαρασκευάσεσθε

συμπαρασκευάσονται

기원법단수 συμπαρασκευασοίμην

συμπαρασκευάσοιο

συμπαρασκευάσοιτο

쌍수 συμπαρασκευάσοισθον

συμπαρασκευασοίσθην

복수 συμπαρασκευασοίμεθα

συμπαρασκευάσοισθε

συμπαρασκευάσοιντο

부정사 συμπαρασκευάσεσθαι

분사 남성여성중성
συμπαρασκευασομενος

συμπαρασκευασομενου

συμπαρασκευασομενη

συμπαρασκευασομενης

συμπαρασκευασομενον

συμπαρασκευασομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐν δὲ ταῖσ πορείαισ αὐτὸσ ἐβάδιζε φέρων τὰ ὅπλα, καὶ θεράπων εἷσ εἵπετο τὰ πρὸσ δίαιταν αὐτῷ κομίζων, ᾧ λέγεται μηδέποτε δυσκολᾶναι μηδὲ μέμψασθαι παραθέντι ἄριστον ἢ δεῖπνον, ἀλλὰ καὶ συλλαμβάνειν αὐτὸσ τὰ πλεῖστα καὶ συμπαρασκευάζειν ἀπὸ τῶν στρατιωτικῶν γενόμενοσ ἔργων, ὕδωρ δ’ ἔπινεν ἐπὶ στρατείασ, πλὴν εἴποτε διψήσασ περιφλεγῶσ ὄξοσ αἰτήσειεν ἢ τῆσ ἰσχύοσ ἐνδιδούσησ ἐπιλάβοι μικρὸν οἰνάριον. (Plutarch, Marcus Cato, chapter 1 7:1)

    (플루타르코스, Marcus Cato, chapter 1 7:1)

  • νῦν δ’ ἐπεὶ τοῦτο ἄδηλον, δοκεῖ μοι πειρᾶσθαι πλοῖα συμπαρασκευάζειν καὶ αὐτόθεν. (Xenophon, Anabasis, , chapter 1 13:2)

    (크세노폰, Anabasis, , chapter 1 13:2)

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION