고전 발음: [] 신약 발음: []
기본형: συγκαλυπτός συγκαλυπτή συγκαλυπτόν
형태분석: συγκαλυπτ (어간) + ος (어미)
| 남성 | 여성 | 중성 | ||
|---|---|---|---|---|
| 단수 | 주격 | συγκαλυπτός (이)가 | συγκαλυπτή (이)가 | συγκαλυπτόν (것)가 |
| 속격 | συγκαλυπτοῦ (이)의 | συγκαλυπτῆς (이)의 | συγκαλυπτοῦ (것)의 | |
| 여격 | συγκαλυπτῷ (이)에게 | συγκαλυπτῇ (이)에게 | συγκαλυπτῷ (것)에게 | |
| 대격 | συγκαλυπτόν (이)를 | συγκαλυπτήν (이)를 | συγκαλυπτόν (것)를 | |
| 호격 | συγκαλυπτέ (이)야 | συγκαλυπτή (이)야 | συγκαλυπτόν (것)야 | |
| 쌍수 | 주/대/호 | συγκαλυπτώ (이)들이 | συγκαλυπτᾱ́ (이)들이 | συγκαλυπτώ (것)들이 |
| 속/여 | συγκαλυπτοῖν (이)들의 | συγκαλυπταῖν (이)들의 | συγκαλυπτοῖν (것)들의 | |
| 복수 | 주격 | συγκαλυπτοί (이)들이 | συγκαλυπταί (이)들이 | συγκαλυπτά (것)들이 |
| 속격 | συγκαλυπτῶν (이)들의 | συγκαλυπτῶν (이)들의 | συγκαλυπτῶν (것)들의 | |
| 여격 | συγκαλυπτοῖς (이)들에게 | συγκαλυπταῖς (이)들에게 | συγκαλυπτοῖς (것)들에게 | |
| 대격 | συγκαλυπτούς (이)들을 | συγκαλυπτᾱ́ς (이)들을 | συγκαλυπτά (것)들을 | |
| 호격 | συγκαλυπτοί (이)들아 | συγκαλυπταί (이)들아 | συγκαλυπτά (것)들아 | |
| 원급 | 비교급 | 최상급 | |
|---|---|---|---|
| 형용사 |
συγκαλυπτός συγκαλυπτοῦ (이)의 |
συγκαλυπτότερος συγκαλυπτοτεροῦ 더 (이)의 |
συγκαλυπτότατος συγκαλυπτοτατοῦ 가장 (이)의 |
| 부사 | συγκαλυπτώς | συγκαλυπτότερον | συγκαλυπτότατα |
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.
이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기고전 발음: [] 신약 발음: []
호흡부호 보기
강세부호 보기
장단부호 보기
작은 Iota 보기
모든 부호 보기