헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

στοιχίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: στοιχίζω στοιχίσω

형태분석: στοιχίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. to set a row of poles with nets
  2. to order or arrange in system

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στοιχίζω

στοιχίζεις

στοιχίζει

쌍수 στοιχίζετον

στοιχίζετον

복수 στοιχίζομεν

στοιχίζετε

στοιχίζουσιν*

접속법단수 στοιχίζω

στοιχίζῃς

στοιχίζῃ

쌍수 στοιχίζητον

στοιχίζητον

복수 στοιχίζωμεν

στοιχίζητε

στοιχίζωσιν*

기원법단수 στοιχίζοιμι

στοιχίζοις

στοιχίζοι

쌍수 στοιχίζοιτον

στοιχιζοίτην

복수 στοιχίζοιμεν

στοιχίζοιτε

στοιχίζοιεν

명령법단수 στοίχιζε

στοιχιζέτω

쌍수 στοιχίζετον

στοιχιζέτων

복수 στοιχίζετε

στοιχιζόντων, στοιχιζέτωσαν

부정사 στοιχίζειν

분사 남성여성중성
στοιχιζων

στοιχιζοντος

στοιχιζουσα

στοιχιζουσης

στοιχιζον

στοιχιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 στοιχίζομαι

στοιχίζει, στοιχίζῃ

στοιχίζεται

쌍수 στοιχίζεσθον

στοιχίζεσθον

복수 στοιχιζόμεθα

στοιχίζεσθε

στοιχίζονται

접속법단수 στοιχίζωμαι

στοιχίζῃ

στοιχίζηται

쌍수 στοιχίζησθον

στοιχίζησθον

복수 στοιχιζώμεθα

στοιχίζησθε

στοιχίζωνται

기원법단수 στοιχιζοίμην

στοιχίζοιο

στοιχίζοιτο

쌍수 στοιχίζοισθον

στοιχιζοίσθην

복수 στοιχιζοίμεθα

στοιχίζοισθε

στοιχίζοιντο

명령법단수 στοιχίζου

στοιχιζέσθω

쌍수 στοιχίζεσθον

στοιχιζέσθων

복수 στοιχίζεσθε

στοιχιζέσθων, στοιχιζέσθωσαν

부정사 στοιχίζεσθαι

분사 남성여성중성
στοιχιζομενος

στοιχιζομενου

στοιχιζομενη

στοιχιζομενης

στοιχιζομενον

στοιχιζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to order or arrange in system

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION