Ancient Greek-English Dictionary Language

σαρκώδης

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: σαρκώδης σαρκώδες

Structure: σαρκωδη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: ei)=dos

Sense

  1. fleshy, of flesh and blood

Examples

  • " καὶ μὴν δύο χιτῶνασ ἡ γαστὴρ ἔχει πάντωσ ἕνεκά του γεγονότασ καὶ διήκουσιν οὗτοι μέχρι τοῦ στόματοσ, ὁ μὲν ἔνδον, οἱο͂́σ ἐστι κατὰ τὴν γαστέρα, τοιοῦτοσ διαμένων, ὁ δ’ ἕτεροσ ἐπὶ τὸ σαρκωδέστερον ἐν τῷ στομάχῳ τρεπόμενοσ. (Galen, On the Natural Faculties., G, section 84)

Synonyms

  1. fleshy

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION